Τρίτη, Ιανουάριος 22, 2019

Υπάρχει η άποψη ότι το δημοτικό τραγούδι είναι δημιούργημα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης κοινωνίας, που χάθηκε για πάντα, συμπαρασύ­ροντας μαζί της το λαϊκό προφορικό πολιτισμό με όλες τις εκφράσεις του. Η άποψη αυτή έπρεπε να είχε αναθεωρηθεί από καιρό, αφού - σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες - η δημοτική ποίηση παρουσιάζει, σ' όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και ως τις μέρες μας, μια τέτοια δυναμική, που έχει στην πράξη διαψεύσει τέτοιες εκτιμήσεις.

Είναι γεγονός ότι οι κοινωνικές συνθήκες και οι όροι του υλικού βί­ου άλλαξαν σημαντικά, ιδιαίτερα στα τελευταία πενήντα χρόνια, και οι αγροτοκτηνοτροφικοί πληθυσμοί, βασικοί φορείς του παραδοσιακού πολιτισμού, μειώθηκαν αισθητά, πρώτα με την αστυφιλία της δεκαετίας του '50 και του '60, που μετέβαλε τους χωρικούς σε μικροαστούς, ύστερα με την αστικοποί­ηση της υπαίθρου στη δεκαετία του '90, που βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέ­λιξη. Παρ' όλα αυτά, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προβλέ­ψεις του αυστηρού αστικού ρασιοναλισμού. Ο πολιτισμός ενός λαού είναι, όπως και η γλώσσα του, αυτοδύναμο σύστημα. Συναρτάται βέβαια με τις κοινωνικές δομές, αλλά δεν εξαρτάται απόλυτα απ' αυτές· έχει αποδεδειγμέ­να μεγαλύτερη διάρκεια. Έτσι δεν είναι παράξενο που σε ορισμένες περιοχές της περιφέρειας με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια[1], το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί ν' αποτελεί ζωντανό στοιχείο του λαϊκού πολι­τισμού και να ανανεώνεται ως προς τα είδη εκείνα που διατηρούν αντιστοι­χία προς τις σημερινές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας που τα συντηρεί. Η λαϊκή ποιητική παραγωγή της μεταπολεμικής ιδίως περιόδου δεν έχει βέβαια καταγραφεί και μελετηθεί συστηματικά και σ' αυτό παίζει ένα ορισμένο ρό­λο η προκατάληψη για την οποία μιλήσαμε. Ωστόσο, μια πλούσια και αξιό­λογη παραγωγή έχει έρθει στο φως της δημοσιότητας από τα χρόνια του με­σοπολέμου και εξής, είτε από τακτικές δημοσιεύσεις σε τοπικές εφημερίδες και λαογραφικά έντυπα είτε -κυρίως- από συγκροτημένες συλλογικές ή και ατομικές ερευνητικές προσπάθειες, στα πλαίσια της δραστηριότητας αρμό­διων δημόσιων φορέων όπως τα πανεπιστήμια και το Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών[2].

Έδρα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών είναι τ’[ο] Αλικιανού ή ο Αλικιανός (ως θηλυκό, “η Αλικιανού” αναφέρεται από τον ιστορικό Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο). Η ιστορική κωμόπολη του Αλικιανού ανήκει στην επαρχία Κυδωνίας του Νομού Χανίων και είναι η έδρα του Δήμου Μουσούρων. Βρίσκεται 12 χλμ. ΝΔ των Χανίων, σε κατάφυτο λεκανοπέδιο, που διασχίζει ο ποταμός Καιρίτης, ο αρχαίος Ιάρδανος.

Το τοπωνύμιο ετυμολογείται  από το ησιόδειο επίθετο “αλικίνος”, που σημαίνει δυνατός, οχυρός, και συσχετίζεται με τη στρατηγική σημασία της θέσης, που ελέγχει την πρόσβαση προς την ορεινή Κυδωνία. Μια άλλη ετυμολογία, εξίσου εύλογη, είναι από το νεότερο ουσιαστικό “χαλικιάς” > Χαλικιανός > Αλικιανός, τόπος γεμάτος χαλίκια, που συσχετίζεται με το γεγονός ότι παλαιότερα σημαντικό τμήμα του κάμπου ήταν άγονος χαλικιάς, από τα χαλίκια που κατέβαζε ο ποταμός Καιρίτης τους χειμερινούς μήνες (σημειώνομε εδώ ότι ανάλογο τοπωνύμιο, σε συνδυασμό με την ύπαρξη “χαλικιά”, οφειλόμενη σε παρακείμενο χείμαρρο, συναντούμε στα ελληνόφωνα χωριά της ορεινής Καλαβρίας, στην Κάτω Ιταλία (το χωριό “Χαλικιανό”).

Από την άποψη της θεματικής του καθώς κι από την άποψη της τυπολογίας των ηρώων, το αφηγηματικό έργο του Κονδυλάκη θα μπορούσε να ταξινομη­θεί σε δυο ευρείες κατηγορίες:

Α. Αφηγήματα του αγροτικού χώρου

Β. Αφηγήματα του αστικού χώρου.

Η πρώτη κατηγορία έχει ως αντικείμενο αναφοράς την κρητική ύπαιθρο, την παραδοσιακή αγροτοκτηνοτροφική κοινωνία, τα ήθη και τον πολιτισμό της.

Η δεύτερη κατηγορία έχει ως αντικείμενο αναφοράς το αστικό περιβάλ­λον, τον άνθρωπο της πόλης και τα προβλήματά του.

Στην πρώτη, κατατάσσονται τα αφηγήματα: «Ο Πατούχας», «Η καμπάνα», «Ο Γενή-Μανώλης», «Ο Βρυκόλακας», «Πώς ερώμιεψε το χωριό», «Σκούρα», «Ο γέρος», «Ο κερκέζος», «Ο καλικάντζαρος», «Η πρώτη αγάπη» κ. ά.

Στη δεύτερη ανήκουν: «Ο μαύρος γάτος», «Ένας πειρασμός», «Ο σιωπηλός», «Μανία καταδιώξεως», «Ο θείος», «Ο πάροικος μου», «Κάτω ο τύραννος», «Οι Άθλιοι των Αθηνών». Υπάρχουν, βέβαια, και διηγήματα μικτά, στα οποία συνυπάρχουν αστοί και χωρικοί, με αντίστοιχα ήθη και συμπεριφορές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Όταν ήμουν δάσκαλος», «Ο επικήδειος», «Η Κάκια μας».

Πίσω απ' αυτή τη γενική θεματική διαφοροποίηση είναι ευδιάκριτα ορι­σμένα ειδικότερα διακριτικά στοιχεία που αφορούν τον τύπο και την ψυχολο­γία των ηρώων, την εξέλιξη του μύθου καθώς και τις πολιτισμικά σημαίνουσες σχέσεις ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία, στη φύση και τον πολιτισμό. Προβάλλεται έτσι σαν άμεση συνέπεια το συμπέρασμα πως ο περιβάλλων χώρος είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που επικαθορίζει ορισμένα χαρακτηριστικά είτε στο επίπεδο της μορφής του αφηγήματος είτε στη θεματική του.

Ομιλία στον Αλικιανό Χανίων προς τιμήν του Γεωργίου Καψωμένου, το Καλοκαίρι του 2010, στην εναρκτήρια πανηγυρική συνεδρία της 5ης Αυγούστου. (5-8 Αυγούστου 2010: Συνέδριο Εταιρείας Κρητικών Σπουδών – Ιδρύματος Καψωμένου – Αφιέρωμα στην Κύπρο: Οι Τέχνες και τα Γράμματα στην Κύπρο).

 

Τούτος ο όμορφος πνευματικός χώρος, που αρχίζει απόψε επισήμως τη δεύτερη φάση της πνευματικής ακτινοβολίας του*, κι ευχόμαστε φίλε Ερατοσθένη, να είναι η καλύτερη τιμή στην πρώτη του φάση, κυριαρχείται απ’ τη μορφή του Γεωργίου Καψωμένου, ιδρυτή των «Εκπαιδευτηρίων Κυδωνίας», όπου εκατοντάδες παιδιά της ευρύτερης περιοχής έμαθαν καλά γράμματα.  Πριν από λίγα χρόνια βρεθήκαμε με τον Ερατοσθένη σ’ ένα εστιατόριο στους πρόποδες των Λευκών Όρεων.  Δώσαμε παραγγελία, αλλά το τραπέζι γέμισε με διπλάσια και τριπλάσια εδέσματα και καλό κρασί…για καμιά δεκαριά σύντεκνους.  Πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε, πλησίασε ο ιδιοκτήτης και ρώτησε τον Ερατοσθένη:

- Μήπως είσαι ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο γιος του Γεωργίου Καψωμένου, που είχε το Γυμνάσιο Αλικιανού;
- Αυτός είμαι, του απάντησε.

Κι εκείνος, δίνοντάς του το χέρι και εμφανώς συγκινημένος, αντί άλλης σύστασης, του είπε μια μαντινάδα:

«Γυμνάσιο Αλικιανού χρυσάφι θα σε ντύσω
κι όσο να στέκουν τα βουνά δεν θα σε λησμονήσω»

Το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»[1]* είναι περισσότερο γνωστό στο διεθνές κοινό ως «Ζορμπάς ο Έλληνας», από τον ψευδότιτλο που καθιέρωσαν οι πρώτες αγγλικές εκδόσεις, του 1952 (Λονδίνο) και του 1953 (Νέα Υόρκη). Ο τίτλος αυτός υπομνηματίζει το έργο με μια ορισμένη σημασιοδότηση: ο Ζορμπάς αντιπροσωπεύει το χαρακτηριστικό τύπο νεοέλληνα, που ενσαρκώνει την ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Η φιλολογική κριτική, από την άλλη μεριά, έχει δώσει έμφαση στις ιδεολογικές συναρτήσεις του έργου, συσχετίζοντας την προβληματική και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος με την επίδραση της νιτσεϊκής φιλοσοφίας. Υπάρχει λοιπόν ένα ερμηνευτικό πρόβλημα που πρέπει να συζητήσομε. Η ταύτιση του Ζορμπά με το χαρακτηριστικό τύπο του νεοέλληνα έχει στ' αλήθεια αντικειμενική βάση ή μήπως πρόκειται για ένα πλασματικό χαρακτήρα, που υλοποιεί ορισμένες προκλητικές θέσεις της νιτσεϊκής “ανθρωπολογίας”;