Κυριακή, Νοέμβριος 17, 2019

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει, άκαφτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
     (Το Άξιον Εστί, Ψαλμός Ε΄, Αθήνα, Ίκαρος, 1960, 181999: 40)

  Το παράθεμα αυτό από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη είναι μια καλή εισαγωγή στο θέμα του Συμποσίου μας, καθώς συμπυκνώνει ορισμένα συστατικά στοιχεία της γεωφυσικής, ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοσυστασίας του τόπου μας και του λαού μας. Η ορεινή φύση είναι ο ένας από τους  δύο βασικούς παράγοντες που συνθέτουν τη γεωφυσική ιδιομορφία του ελληνικού χώρου. Ο άλλος είναι η θαλασσινή και νησιώτικη φύση του ελληνικού αρχιπελάγους.

  Οι αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες της ελληνικής περιφέρειας και οι αγώνες τους πάνω στα βουνά – φυσικά οχυρά, που, σε συνδυασμό με τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης, διασφαλίζουν την ελευθερία των κατοίκων – αντιπροσωπεύουν τον ένα από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορικής διαδρομής του ελληνισμού ανά τους αιώνες. Ο άλλος  είναι οι νησιώτικοι πληθυσμοί, η ζωή των ψαράδων και των ναυτικών, οι αγώνες κι οι περιπέτειες στην αγαπημένη πικροθάλασσα, τη ζωοδότρα και “λεβεντοπνίχτρα”. Κοινό γνώρισμα τόσο των βουνήσιων όσο και των θαλασσινών μας, είναι η σχέση στενής επικοινωνίας, οικειότητας, αρμονίας με τη φύση, που συνιστά ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του λαϊκού παραδοσιακού πολιτισμού. H σχέση αυτή απηχεί την αντίληψη της ενότητας ανθρώπου-κόσμου, που συνεπάγεται την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση. Πρόκειται για μια κοσμοθεωρητικής τάξης αντίληψη, που υλοποιείται σ’ ένα αίσθημα ευθύνης του ανθρώπου απέναντι σ’ ολόκληρο το σύμπαν και το οποίο επιβάλλει την αρμονική συμβίωση όλων των όντων και αποτρέπει την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πηγών και τον κίνδυνο της οικολογικής καταστροφής. Aπόρροια της ίδιας κοσμοθεωρητικής αρχής είναι η αντίληψη ότι η φύση αποτελεί πηγή όλων των αξιών. Oι υγιείς πολιτισμικές αξίες είναι αυτές που βρίσκονται σε αρμονία προς τις φυσικές αξίες. Aυτό εκφράζει η αρχή της ισοτιμίας φυσικών και ηθικών αξιών, που φέρνει σε αρμονία τις υλικές και ηθικές ανάγκες και αιτήματα του ανθρώπου. Κι αυτό το αξιακό σύστημα αποτυπώνεται με ακρίβεια στην ελληνική λογοτεχνία, ποίηση και πεζογραφία, τροφοδοτώντας τη θεματική, την εικονοπλασία και τη μυθολογία της.

  Σκοπός αυτής της εισαγωγικής ομιλίας δεν είναι να μελετήσει και να παρουσιάσει εδώ τη σχέση των παραδοσιακών ανθρώπων με τη φύση σε όλες τις διαστάσεις της, αλλά να θέσει ορισμένα μεθοδολογικά προβλήματα και να προτείνει ερμηνευτικά κλειδιά.

  Θα ξεκινήσομε με το παράθεμα από τον 5ο Ψαλμό του Άξιον Εστί: “Τα θεμέλιά μου στα βουνά”. Ο στίχος δηλώνει επιγραμματικά την αφετηρία, την καταγωγή, την οργανική σύνδεση με το γεωγραφικό χώρο, σύνδεση που ορίζει την εντοπιότητα του ποιητικού Υποκειμένου. Η σύνδεση αυτή, όπως περιγράφεται στην Ωδή δ΄, έχει δύο όψεις: την αρνητική [:“Θέ μου πρωτομάστορα, μ΄ έχτισες μέσα στα βουνά” – “μ΄ έκλεισες μες στη θάλασσα”,] και τη θετική [:“Θέ μου πρωτομάστορα, μ΄ έζωσες τις ακρογιαλιές” –  “στα βουνά με θεμέλιωσες”]. Την ίδια ιδέα με άλλη διατύπωση θα τη βρούμε και στον 5ο Ψαλμό: “και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους”. Η εικόνα είναι αμφίσημη: το τεράστιο βάρος στους ώμους δηλώνει αφενός το μεγάλο μόχθο, τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης· αφετέρου, το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνεται και το μέγεθος του άθλου που επιτελείται. Ο άθλος είναι συνάρτηση του τεράστιου βάρους: δυσβάσταχτες οι (γεωφυσικές) συνθήκες, μέγας ο άθλος.  Έτσι η γενέθλια φύση διαπλάθει τον άνθρωπο, ανάλογα με την ιδιομορφία της. Στο Άξιον Εστί του Ελύτη η στενή σχέση με τη φύση περιγράφεται ως ταύτιση του ανθρώπου με την πέτρα. Διαβάζομε στον 3ο Ψαλμό:

Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε,
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός, τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:
ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!
     (Οδ. Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ψαλμός 3ος, Αθήνα, Ίκαρος, 1960: 34.24-32) 

  Στο παράθεμα διακρίνομε δυο σημαίνουσες συναρτήσεις. Η μια είναι η κατανομή των αγαθών: “Στων αδερφών τη μοιρασιά μου δόθη ο κλήρος ο λειψός”, λέει στην αμέσως προηγούμενη Ωδή β΄. Εδώ η ίδια έννοια διατυπώνεται αναλυτικά, μέσα από μια αντίθεση:

[ α΄ σκέλος:] Έλαβε το Βότρυ ο Βορράς  / και το Στάχυ ο Νότος
[ β΄ σκέλος:] Άλλο εγώ, / πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
     (Ψαλμός 3ος, στ. 4-5, 9-14)

  Αυτή η αντίθεση, σε συνδυασμό με τη διαχρονική διάσταση της εμπειρίας, ξεκαθαρίζει και τη φύση και τη θέση του ποιητικού Υποκειμένου. Το ποιητικό εγώ ομιλεί εξ ονόματος ενός ολόκληρου λαού, του ελληνικού. Στο λαό αυτόν έλαχε ένας γεωγραφικός χώρος που ορίζεται από το θυμάρι, τον ήλιο, το λίγο νερό και την πέτρα. Σε αντιδιαστολή με το Βότρυ και το Στάχυ, που δηλώνουν τον πλούτο του Βορρά και του Νότου αντίστοιχα, τα στοιχεία αυτά σημασιοδοτούν την ένδεια: τόπος άγονος, πετρώδης, άνυδρος, κάτω από τον καυτό ήλιο.

  Η άλλη συνάρτηση είναι οι ιστορικές περιπέτειες: διαρπαγή και ερήμωση από εξωτερικούς επιδρομείς: “τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων” (Ψαλμός 3ος, στ. 2). Έτσι ολοκληρώνεται περίπου ένας πρώτος ορισμός των γεωφυσικών και των ιστορικών προσδιορισμών της Ελλάδας, που είναι κι οι δύο αρνητικοί. Μέσα σ' αυτά τα συμφραζόμενα, συγκροτείται μια πλήρης και ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στον άνθρωπο και στο γεωγραφικό χώρο:

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε,
τρομερή ζωγραφιά μου. 
     (Ψαλμός 3ος, στ. 25-26)

  Κοινή κατηγορία που συνδέει τον άνθρωπο με την πέτρα η ένδεια, με συμπληρωματικές συνδηλώσεις τις ιδιότητες του σκληρού και ανθεκτικού. Σήμα κατατεθέν της φυσικής ένδειας η άγονη πέτρα. Σήμα της υλικής στέρησης του ανθρώπου, που αέναα του λεηλατούν τα λίγα αγαθά του και που αναγκάστηκε να σκληρύνει από τις ιστορικές δοκιμασίες, για να μπορεί ν' αντέχει, γίνεται πάλι η πέτρα, το μόνο που του έχει απομείνει (και στερνά την πέτρα μου αφήσανε, / τρομερή ζωγραφιά μου.). Μέσα από μια τέτοια διαδικασία, το διακριτικό γνώρισμα της φύσης  γίνεται σήμα της ιστορικής μοίρας του λαού. Οι δοκιμασίες του διατυπώνονται με μια εμφαντική και μαζί αμφίσημη έκφραση:

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

  Οι επιθετικοί προσδιορισμοί βαρύ, σκληρό, πικρό, σημασιοδοτούν τις ιστορικές δοκιμασίες. Παράλληλα όμως το πελέκι, το σκαρπέλο, το καλέμι είναι εργαλεία του λιθοξόου και του γλύπτη. Η ίδια διαδικασία, που βασανίζει και φθείρει, ταυτόχρονα λαξεύει και μορφοποιεί το έργο τέχνης, το άγαλμα. Στην περίπτωσή μας, γλύπτης είναι ο καιρός και η ιστορία. Υλικό ο πετρώδης γεωφυσικός χώρος και οι άνθρωποί του. Και καλλιτέχνημα, προϊόν της μακράς αυτής και αφανούς διεργασίας (“κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός”), το γυμνό πλαστικό κάλλος του βραχώδους τοπίου, που κάποτε παίρνει πρότυπες καλλιτεχνικές μορφές: των βράχων τ' αγάλματα..

 Των βράχων τ' αγάλματα, με το διάμεσο της αρχαίας μυθολογίας, παραπέμπουν στις “μεταμορφώσεις” ανθρώπων που έζησαν άλλοτε και που οι θεοί τους μεταμόρφωσαν σε δέντρα, λουλούδια, λαξευτούς βράχους, κλπ. Έτσι ενεργοποιείται η ποιητική συνεκδοχή: άγαλμα = άνθρωπος, που με τη σειρά της τροφοδοτεί μια διπλή συνδήλωση: ο άνθρωπος, που λειαίνεται και τελειώνεται μέσα από τις δοκιμασίες, γίνεται ο ίδιος “έργο τέχνης”, “άγαλμα”, που το βλέπεις και “αγάλλεσαι”. Και παράλληλα, στερημένος καθώς είναι από υλικά αγαθά μέσα στον πετρώδη και άγονο τόπο, στρέφει τη δημιουργική του ορμή προς τον πνευματικό πολιτισμό και παράγει αριστουργήματα. Ξεκινούμε λοιπόν από μια αρνητική προϋπόθεση, την ταυτότητα άνθρωπος = πέτρα (“τρομερή ζωγραφιά μου”) και καταλήγομε, μέσα από μια μακρά φυσική και ιστορική διαδικασία, στη θετική συνέπεια: άνθρωπος = άγαλμα. Απαράλλαχτα όπως στο Σολωμό (“Καλή ' ναι η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι”), οι αρνητικοί φυσικοί όροι γίνονται κίνητρο δημιουργίας και μετασχηματίζονται σε θετικούς.

 Έτσι φτάνομε στην ομοίωση του ανθρώπου προς το γενέθλιο τόπο:

Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα με φως ξεπληρώνω,
Μακρινή Μητέρα
     Ρόδο μου Αμάραντο.
          (Ωδή ι΄, στ. 21-25)

  Μέσα απ’ αυτή τη διπλή, πρακτική και πνευματική εμπειρία, δένεται αξεχώριστα η κοσμολογία με την ιστορική συνείδηση σ' ένα αδιαίρετο σύμπαν, σ' ένα ενιαίο κοσμοείδωλο. Αυτό το πνεύμα συμπυκνώνεται αριστοτεχνικά στον καταληκτήριο χρησμό του 3ου Ψαλμού (στ. 31-32):

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

  Στο παράθεμα αυτό υπάρχει μια πολλαπλή ταύτιση: του ανθρώπου με τη βραχώδη φύση, των παλαιών με τους τωρινούς ανθρώπους, των νεκρών με τους ζωντανούς. Η μυθική διαδικασία της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε πέτρα ανάγεται στο απώτερο παρελθόν, αλλά το αποτέλεσμά της, “των βράχων τ' αγάλματα”, είναι ορατό εδώ και τώρα, υπάρχει και λειτουργεί στο παρόν. Έτσι, μέσω της “μυθικής μεθόδου”, οι νεκροί είναι παρόντες και ενεργοί, συμμέτοχοι στην περιπέτεια της ανθρώπινης κοινότητας, σε πλήρη ετοιμότητα δράσης.

  Πίσω απ' αυτή την εικονοπλασία αναγνωρίζομε ορισμένους πολιτισμικούς κώδικες, χαρακτηριστικούς της ελληνικής παράδοσης. Ο ένας είναι, καθώς είδαμε, ο κώδικας της εντοπιότητας: η οργανική ταύτιση του ανθρώπου με το φυσικό του χώρο, με τη γενέθλια γη, ταύτιση που ορίζει την αυτοσυνειδησία του. Ο δεύτερος είναι η ταύτιση του νυν με το αιέν, στην κοσμολογική και στην ιστορική της διάσταση. Η ιστορία και η μνήμη γίνονται συστατικά στοιχεία της φυσιογνωμίας του τόπου:

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
     και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
     Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

  Η μνήμη “καίει”, είναι ζωντανή, ενεργή, δεν αναλώνεται, είναι “άκαυτη”. Ταυτίζεται με τον τόπο, με τα τοπωνύμια, που είναι έμφορτα από μνήμες, από ιστορία, την ιστορία τους. Η ιστορία δεν έχει ανάγκη να επικαλεστεί τα συμβάντα για να υπάρξει. Είναι ταυτισμένη με το χώρο και με το παρόν, ζει και λειτουργεί κάθε στιγμή ως ενεργή, κινητοποιούσα μνήμη, που προδικάζει την πράξη, που εμπνέει τον άθλο, ως αυτονόητη προέκταση του παρελθόντος μέσα στους αιώνες του μέλλοντος. Εδώ, είναι φανερό, έχομε να κάνομε με μια άλλη αντίληψη της Ιστορίας, που δε βασίζεται στην περιπτωσιολογία, που δεν έχει ανάγκη από τη ροή του χρόνου για να συλλάβει το νόημα του κόσμου, που δε συνδέει απαραίτητα τη χρονική διαδοχή των γεγονότων με την αιτιοκρατία. Αυτό που ξεχωρίζει την ελληνική αντίληψη της Ιστορίας από το δυτικό ιστορικισμό είναι η αίσθηση της ενότητας του τώρα με το πάντοτε, της στιγμής με την αιωνιότητα, του νυν με το αιέν. Στην ελληνική παράδοση, η υπέρβαση της κατηγορίας του χρόνου συνδέεται με την οραματική σύλληψη της παγκόσμιας ενότητας. Η υπέρβαση της χρονικότητας είναι προϋπόθεση για να κατακτήσει ο άνθρωπος την καθολική προοπτική που αντιστοιχεί στον Κοσμικό του ρόλο και στην ευθύνη που συνεπάγεται. Κι αυτό το ενεργό αίσθημα ευθύνης εκφράζεται πολύ εύγλωττα σ' έναν άλλο κώδικα, που υποδηλώνεται με το στίχο:  “ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ”.

  Είδαμε παραπάνω ότι οι νεκροί είναι παρόντες και ενεργοί, συμμέτοχοι στην περιπέτεια της ανθρώπινης κοινότητας, σε πλήρη ετοιμότητα δράσης. Η αντίληψη αυτή, της «κοινότητας ζώντων  και τεθνεώτων», είναι μέσα στην παράδοση "της καθ' ημάς Ανατολής", λαϊκή και εκκλησιαστική. Στην κοινή λαϊκή συνείδηση, η ανθρώπινη κοινότητα νοείται ως κοινότητα ζωντανών και νεκρών, παρόντων και απόντων, τωρινών και αλλοτινών, που εκδηλώνεται ως ζωηρή αίσθηση συνύπαρξης, αμοιβαιότητας, κοινής ευθύνης· μια αίσθηση που εκκολάπτεται μέσα σ' ένα κλίμα οικειότητας, που δεν την διαταράσσει κανείς μεταφυσικός τρόμος. Πρόκειται για μια αντίληψη κοσμοθεωρητικής τάξης, που δεν έχει σχέση με τη μεταφυσική, καθώς τοποθετείται μέσα σε ένα σύμπαν ενιαίο. Η αντίληψη αυτή, στοιχείο της ελληνικής παραδοσιακής κουλτούρας, είναι ιδιαίτερα προσφιλής στην προσωπική λογοτεχνία. Eίναι χαρακτηριστική η πυκνότητα  με την οποία επανέρχεται τόσο στο δημοτικό τραγούδι όσο και στη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία. Στο ηρωικό δημοτικό τραγούδι η σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς συνδέεται χαρακτηριστικά με τη συνείδηση του ιστορικού χρέους, που δεσμεύει εξίσου ζωντανούς και νεκρούς. Η συνείδηση αυτή εκφράζεται με δυο βασικούς τρόπους: ως χρέος των νεκρών να συνδράμουν τους ζωντανούς σε κρίσιμες περιστάσεις· και ως χρέος των ζωντανών ν' ακολουθήσουν το ιστορικό παράδειγμα των προγόνων τους. Και οι δύο αυτές διαστάσεις υποδηλώνονται στο υπό μελέτη παράθεμα.

   Συνοψίζομε: στα κείμενα που εξετάσαμε διακρίναμε τρεις πολιτισμικούς κώδικες, σε μια τρισυπόστατη ενότητα: τον κώδικα της εντοπιότητας (πολιτισμός = φύση, άνθρωπος = γενέθλιος τόπος), τον κώδικα της ιστορικής συνείδησης (στιγμή = αιωνιότητα, ιστορικό παρόν = ιστορικό παρελθόν, μνήμη =  φυσικός χώρος), τον κώδικα της κοινότητας ζώντων και νεκρών (νεκροί = ζωντανοί, συνύπαρξη-συνυπευθυνότητα). Οι σημασιακοί αυτοί κώδικες συνιστούν διακριτικά συστατικά του ελληνικού πολιτισμικού προτύπου και συνεπώς, αναγκαία κλειδιά για να μελετήσομε και να κατανοήσομε την ελληνική πολιτισμική ιδιοσυστασία, σε αντιδιαστολή προς την επιφανειακή και ρηχή φυσιολατρία του δυτικού αστικού  πολιτισμού.