Τετάρτη, Ιούνιος 19, 2019

Η πνευματική πολυμέρεια του Καζαντζάκη και η οικουμενικότητα των προβληματισμών του και των στόχων του τροφοδότησαν, εύλογα ως ένα βαθμό, μια ανισομερή ενασχόληση της έρευνας με τις διεθνείς συναρτήσεις της σκέψης και του έργου του (φιλοσοφικές, γνωσιοθεωρητικές, μυστικιστικές, ιδεολογικές), και με την ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε με ευρωπαϊκά ή ανατολικά ρεύματα ιδεών. Η ερευνητική αυτή παράδοση διαμόρφωσε ένα ορισμένο κλίμα δυσανεξίας απέναντι σε απόπειρες ανίχνευσης των ελληνικών πηγών της έμπνευσής του, οι οποίες παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ανερεύνητες.

Πράγματι, το έργο του Καζαντζάκη συνιστά μια μεγάλη διαλεκτική ιδεών και πολιτισμών, που επικαλύπτει και καθιστά δυσδιάκριτες τις πολλαπλές συναρτήσεις που συνδέουν τα έργα του, αφηγηματικά και ποιητικά, με την τοπική κουλτούρα και τα αξιακά της πρότυπα. Ένα προνομιακό πεδίο για την ανίχνευση τέτοιων συναρτήσεων αποτελεί η Οδύσσεια, το πιο κρητικό και πιο οικουμενικό δημιούργημα του Καζαντζάκη. Αλλά σήμερα δε θ' ασχοληθούμε μ' αυτήν. Θα περιοριστούμε στα μυθιστορήματά του, που μεταγράφουν σε αφηγηματικούς όρους, την ίδια διαλεκτική πολιτισμικών κωδίκων που αναπτύσσεται στην Οδύσσεια.

Πριν μπούμε στην εξέταση του θέματος, θα παρατηρούσαμε ότι τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη παραπέμπουν κατά κανόνα σε ένα σύνθετο πλέγμα κωδίκων, που επιβάλλει περισσότερες αναγνώσεις του μύθου, σε διάφορα επίπεδα. Οι αναγνώσεις των διαφόρων επιπέδων διατηρούν μια συνάρτηση μεταξύ τους, που λειτουργεί σημασιοδοτικά τροφοδοτώντας δευτερογενείς καθολικότερες αναγνώσεις. Ο μηχανισμός αυτός συνδέεται ακριβώς με την πνευματική πολυμέρεια του συγγραφέα, που απορρίπτοντας κάθε απλή και μονοσήμαντη οπτική, ρέπει προς τη συνθετική παρουσίαση μεγάλων συνόλων, που προσφέρονται καλύτερα στην πρόθεσή του να δώσει την ανθρώπινη περιπέτεια στην ατομική, ιστορικοκοινωνική ή μεταφυσική της διάσταση και να θέσει τα αντίστοιχα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον ταλανίζουν.

Μια καλή εισαγωγή στην έρευνά μας είναι ο Πρόλογος του αφηγητή-συγγραφέα στον «Καπετάν Μιχάλη», που συνιστά ένα ιδεολογικό σχόλιο στα αφηγηματικά περιεχόμενα του έργου:

Όταν άρχισα να γράφω τον "Καπετάν Μιχάλη", ο κρυφός σκοπός μου ήταν τούτος: να σώσω
ντύνοντάς το με λέξες, τ' όραμα του κόσμου, όπως το δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Kι όταν
λέω τ' όραμα του κόσμου, θέλω να πω, τ' όραμα της Κρήτης [...] τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν
έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι
πατούσαν ακόμα τα χώματά μας και συνάμα άρχισαν ν' ακούγουνται να ζυγώνουν τα αιματωμένα
φτερά της Ελευτερίας (1)

Η συνέχεια του Προλόγου προαναγγέλλει και προεξοφλεί το ιδεολογικό περιεχόμενο και τους πολιτισμικούς κώδικες του έργου, που ταυτίζονται, κατά το συγγραφέα, με τους τοπικούς αξιακούς κώδικες της Κρήτης:

Πολλοί που διάβασαν τον "Καπετάν Μιχάλη" θαρρούν πως τέτοια παιδιά – τέτοια αντράκια,όπως λέμε στην Κρήτη – ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε άντρες τόσο χεροδύναμοι, τόσο ψυχοδύναμοι,που ν' αγαπούν με τόση λαχτάρα τη ζωή και ν' αντικρίζουν με τόση περιφρόνηση το θάνατο.Πώς να πιστέψουν, οι άπιστοι, τί θάμα μπορεί να γεννήσει η πίστη;

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964, Πρόλογος)

Ένα δεύτερο μυθιστόρημα που επιβάλλεται από το θέμα μας να συνεξετάσομε, είναι ο «Αλέξης Ζορμπάς», περισσότερο γνωστός στο διεθνές κοινό ως «Ζορμπάς ο Έλληνας», από τον ψευδότιτλο που καθιέρωσαν οι πρώτες αγγλικές εκδόσεις, του 1952 (Λονδίνο) και του 1953 (νέα Υόρκη). Ο τίτλος αυτός υπομνηματίζει το έργο με μια ορισμένη σημασιοδότηση: ο Ζορμπάς προτείνεται ως ο χαρακτηριστικός τύπος νεοέλληνα, που ενσαρκώνει αυθεντικά την ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Η κριτική έχει συσχετίσει την προβληματική του έργου με τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, ιδιαίτερα με τη διαλεκτική ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνιο πνεύμα, με σημείο αναφοράς τη «Γένεση της τραγωδίας». Ο Peter Bien συσχετίζει τη διαλεκτική αυτή με την «αιώνια ελληνική τάξη», έχοντας ως πεδίο αναφοράς την ελληνική αρχαιότητα (2)

Εμείς θα βάλομε στο παιχνίδι κι έναν άλλο κώδικα, που συνοψίζεται στην ισοδυναμία φύση = πολιτισμός. Όπως έχομε δείξει αλλού αναλυτικά, ο κώδικας αυτός αποτελεί το θεμέλιο του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου. Χαρακτηριστικός κώδικας του δημοτικού τραγουδιού, όπου ορίζει τόσο τη μυθολογία όσο και την εικονοπλασία, καθιερώνεται στην προσωπική ποίηση με το Σολωμό και έκτοτε αποτελεί διακριτικό γνώρισμα της νεοελληνικής κουλτούρας.

Έχει καμιά σχέση ο Καζαντζάκης και το έργο του μ' αυτούς τους κώδικες; Ας δοκιμάσομε:

Χαρά στον άνθρωπο, συλλογίζουμαι, που αξιώθηκε, προτού πεθάνει,
ν' αρμενίσει το Αιγαίο. Πολλές χαρές έχει ο κόσμος ετούτος [...] μα νά'ναι
χινόπωρο τρυφερό και να σκίζεις το πέλαο ετούτο, μουρμουρίζοντας
τ' όνομα του κάθε νησιού, θαρρώ δεν υπάρχει χαρά που να βυθίζει
περισσότερο την καρδιά του ανθρώπου στην παράδεισο.

(Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 11946, 1957: 30)

Κι ένα ανάλογο παράδειγμα από την Αναφορά στον Γκρέκο:

Αύγουστος μήνας, ο πιο ανοιχτοχέρης κι αγαπημένος, με τις αγκάλες φορτωμένες μελωμένα πωρικά και σεριανίζει στα μποστάνια και στ' αμπέλια, πασαλειμμένος με κατακάθια του κρασιού, με διπλά προγούλια και τριπλές κοιλιές, με ορθή ουρά, άγιος Σάτυρος, μεγάλη η χάρη του! [...] Ετούτοι είναι οι ντόπιοι, οι αληθινοί θεοί μας οι αθάνατοι• πώς μπόρεσαν κάτω από τέτοιο φως, ομπρός σε τέτοια θάλασσα, ανάμεσα σε τέτοια βουνά, να γεννηθούν και να προκόψουν άλλοι θεοί, χωρίς κοιλιά, χωρίς χαρά, χωρίς αμπελόφυλλα στα μελίγγια; Και πώς μπόρεσαν οι γιοι κι οι θυγατέρες της Ελλάδας να πιστέψουν σ' έναν Παράδεισο διαφορετικό από τον Παράδεισο ετούτης της γης;

(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 582-58)

Στο βίωμα της φύσης ως εγκόσμιου παραδείσου ενυπάρχει η αντίληψη της ενότητας του ανθρώπου με τη φύση και τις ζωικές αξίες, που δεν αφήνει περιθώρια διάκρισης ή αντιδιαστολής του ανθρώπινου από το φυσικό, αλλά αντίθετα συνθέτει το μυθικό πλαίσιο ενός ενιαίου σύμπαντος. Και υποδηλώνει την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ενότητας. Αυτή τη συμφιλίωση φυσικών και ηθικών αναγκών και αιτημάτων, που αρνείται το δυισμό, ο Καζαντζάκης τη διακρίνει και στο επίπεδο της θρησκευτικής παράδοσης, όπως αποτυπώνεται στη βυζαντινή εικονογραφία:

ας είναι καλά τούτο το μικρό κόνισμα του χριστιανού αγίου με τα εφηβικά σγουρά μαλλιά, που κρέμονται γύρω από το μέτωπό του σα μαύρα τσαμπιά. Έλληνας Διόνυσος και άγιος Βάκχος έσμιγαν, είχαν το ίδιο πρόσωπο· κάτω από τ' αμπελόφυλλα και τα ράσα τρικύμιζε το ίδιο λαχταριστό ηλιοκαμένο κορμί.

(Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1957: 239)

Ο Καζαντζάκης βλέπει στην εικόνα τη σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού μέσα στη βυζαντινή τέχνη· μια σύνθεση όπου διασώζεται η προτεραιότητα των ζωικών αξιών, χωρίς να θυσιάζονται οι ηθικές αξίες. Η σύνθεση αυτή επιβεβαιώνεται κι από άλλα συστατικά στοιχεία του μυθικού σύμπαντος, όπως η αντίληψη ότι αυτός ο κόσμος είναι και η περιοχή του μυστηρίου και του θαύματος, όπου η παρουσία της θεότητας αποτελεί μια οικεία, σχεδόν καθημερινή, εμπειρία:

Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν ένα φρούριο αιώνια
πολιορκούμενο κι είχαν καπετάνιο έναν άγιο, τον Άι-Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου
Κάστρου...Κοντοσγουρογένης, ηλιοκαμένος, αγριομάτης. [...] Έμενε ακίνητος όλη τη μέρα
και καμώνονταν πως ήτανε τάχατε ζωγραφιά – μπογιά και σανίδι· μα ευτύς ως έπεφτε η νύχτα
και μαζεύονταν οι χριστιανοί στα σπίτια τους, κι ένα ένα έσβηναν τα φώτα, έδινε μια, αναμέριζε
τ' ασημένια ταξίματα και τις μπογιές, σπιρούνιζε τ' άλογό του κι έφερνε γύρα τους ρωμέικους
μαχαλάδες. Έβγαινε περιπολία!.

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964: 9)

Αυτή η εγκοσμίωση των μεταφυσικών αξιών ακυρώνει αυτόματα το διχασμό του ανθρώπου σε σώμα και ψυχή, σε υλικά και ηθικά αιτήματα και αποκαθιστά την ενότητα, την ακεραιότητα και την πληρότητα της ύπαρξής του:

Μέσα στο φως της Ελλάδας, το σώμα δεν είναι τυφλή ακατέργαστη
ύλη, πολλή ψυχή το διαπερνάει και το κάνει να φωσφωρίζει. [...] κι η ψυχή
πάλι δεν είναι αόρατο είδωλο κι αγέρας· έχει πάρει κι αυτή από τη
σιγουράδα και τη ζεστασιά του κορμιού και γεύεται με σαρκική λες χαρά
τον κόσμο, σα νά'χε στόμα και ρουθούνια και χέρια να τον χαϊδέψει. Πολύ
συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερή του την ανθρωποσύνη·
κουτσουρεύεται· πότε θέλει ν'απαλλαχτεί από την ψυχή του, πότε από το
σώμα του· και τα δυο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ· μα εδώ στην
Ελλάδα τα δυο ετούτα χαριτωμένα αιώνια στοιχεία μπορούν να
συγκεραστούν να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα από την ψυχή
και να φιλιώσουν· κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο θείο αλώνι της
Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.

(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 583-584)

Έτσι διαβάζει ο Καζαντζάκης τη σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού. Η σύνθεση αυτή, που τη διακρίνει και στη χαρακτηριστικά ελληνορθόδοξη κοινότητα «ζώντων και τεθνεώτων» (3), παραπέμπει, καθώς είπαμε, σε μιαν άλλη παραδοσιακή ελληνική αντίληψη, του ενιαίου σύμπαντος, αντίληψη που ανάγεται στην αρχή του παγκόσμιου Μονισμού. Μέσα σ' αυτό το ενιαίο σύμπαν, οι φυσικές αξίες μετασχηματίζονται σε αξίες κοινωνικές. Έτσι πραγματώνεται η εναρμόνιση φύσης και πολιτισμού, ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό πολιτισμικής εντοπιότητας.

Ο πιο χαρακτηριστικός ανθρώπινος τύπος, που υλοποιεί με τρόπο, θα λέγαμε, αρχετυπικό, αυτή την ενότητα ζωικών και κοινωνικών αξιών, φύσης και πολιτισμού, είναι ο μυθιστορηματικός ήρωας του Καζαντζάκη, ο Αλέξης Ζορμπάς:

Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς ετούτος είναι ο άνθρωπος που τόσον καιρό τον
ζητούσα και δεν τον έβρισκα· μια ζωντανή καρδιά, ένα ζεστό λαρύγγι, μια
ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της,
τη Γης. Τί θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης
ετούτος μου το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια.

(Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1957: 27)

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ζορμπά είναι ότι εκφράζει αυθεντικά και με παιδική κάποτε αφέλεια, τη σχέση αρμονίας με τη φύση και τις αξίες της. Αυτό γίνεται με δυο ομόλογους τρόπους. Είναι πρώτα απ' όλα ο ίδιος φύση. Η στάση και η συμπεριφορά του ορίζεται σταθερά από τις πρωτογενείς ζωικές αξίες, που συνθέτουν την ύπαρξή του, την προσωπικότητά του. Αυθόρμητα και σαν αυτονόητα, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και αμφιβολίες, πραγματώνει την ταύτιση ζωικών και κοινωνικών αξιών. Για το Ζορμπά ό,τι είναι φυσικό είναι αυταπόδεικτα και ηθικό και ωραίο. Το κριτήριο για όλες τις αξίες είναι η φύση και τα αιτήματά της. Είναι αυτό που ο αφηγητής ονομάζει «πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλάθε σαϊτευτά τη θροφή της» και που αντιστοιχεί στην αρχή της ισοδυναμίας φυσικών και ηθικών αξιών, σύμφωνα με την καίρια διατύπωση του Ελύτη. Στην περίπτωση του Ζορμπά δεν πρόκειται ακριβώς για πρωτογονισμό, αλλά για μια κοινωνικοποίηση των ζωικών αξιών, που εναρμονίζει τη φύση με την κοινωνία και τον πολιτισμό· ό,τι δηλ. αποτελεί τον ενδόμυχο πόθο του διανοούμενου ενδοκειμενικού αφηγητή, ο οποίος βιώνει οδυνηρά το διχασμό τους. Γι' αυτό εξάλλου επιλέγει το Ζορμπά για σύντροφο στην επιχείρηση που σχεδιάζει· όχι γιατί πιστεύει πως θα του είναι χρήσιμος, αλλά για τη στάση ζωής που εκπροσωπεί, για τον τρόπο που αντιμετωπίζει και λύνει τα θεμελιώδη προβλήματα της ζωής, που ταλανίζουν το διανοούμενο. Τον διαλέγει προπάντων γιατί αντιπροσωπεύει ό,τι ακριβώς λείπει από τον ίδιο:

Και κατέβαινα τώρα στην Κρήτη, να ζήσω με απλούς ανθρώπους,
εργάτες, χωριάτες, μακριά από τη συνομοταξία των χαρτοπόντικων.
Ετοιμάστηκα να φύγω και ήμουν πολύ συγκινημένος, σα νά 'χε κάποιο πολύ
κρυφό νόημα το ταξίδι μου ετούτο· μέσα μου είχα πάρει απόφαση ν'αλλάξω
στράτα. Ως τώρα, ψυχή μου, έλεγα, έβλεπες τον ίσκιο και χόρταινες, τώρα
σε πάω στο κρέας.

(Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1957: 21)

Όπως φαίνεται από το παράθεμα, το έργο αρθρώνεται πάνω σε δύο παράλληλους άξονες: ο ένας, ο φανερός, ορίζεται από τον πρακτικό σκοπό, που είναι η επιχείρηση του λιγνιτορυχείου, «στάχτη για τα μάτια του κόσμου»· ο άλλος, ο κρυφός, ορίζεται από τον ουσιαστικό σκοπό, που είναι η προσπάθεια του αυτοδιηγητικού αφηγητή «ν' αλλάξει στράτα», να εγκαταλείψει το ρόλο του «χαρτοπόντικα» και να περάσει από «τον ίσκιο στο κρέας». Πίσω απ' αυτούς τους όρους αναγνωρίζομε δύο πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς, που το πρώτο σημασιοδοτείται αρνητικά και το δεύτερο θετικά. Το πρώτο ενσαρκώνει ο ίδιος ο αυτοδιηγητικός αφηγητής, ως συγγραφέας και διανοούμενος, το δεύτερο ο Αλέξης Ζορμπάς. Οι όροι που αντιδιαστέλλουν αυτά τα δύο πρότυπα είναι καταρχήν οι βασικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τους δύο χαρακτήρες:

Αφηγητής  Αλέξης Ζορμπάς
διανοούμενος  εργάτης, χειρώνακτας
λόγιος συγγραφέας (καλαμαράς) λαϊκός άνθρωπος  
θεατής της ζωής ("χαρτογιακάς")  πρωταγωνιστής της ζωής
λογοκρατούμενος αυθόρμητος ενστικτώδης 
άνθρωπος της θεωρίας άνθρωπος της πράξης

Οι αντιτιθέμενες ιδιότητες και χαρακτηριστικά των δύο ανδρών εξειδικεύονται σταδιακά σε συγκεκριμένες στάσεις ζωής και συστήματα αξιών, που παίρνουν διαστάσεις φιλοσοφικής και κοσμοθεωρητικής αντιπαράθεσης, καθώς ο αυτοδιηγητικός αφηγητής ταλαντεύεται ανάμεσα σ' αυτό που μέχρι τώρα αντιπροσώπευε τους θεωρητικούς προσανατολισμούς του και σ' αυτό που αποκαλύπτει πως έχει στερηθεί και ποθεί να το ζήσει. Υπάρχει μια χαρακτηριστική μνεία στο πρώτο κεφάλαιο που αναδείχνει τον πνευματικό διχασμό του ήρωα και τον συνδέει με συγκεκριμένες φιλοσοφικές αναφορές:

Την παραμονή του μισεμού ψάχνοντας τα χαρτιά μου βρήκα ένα
μισοτελειωμένο χειρόγραφο. Το ανασήκωσα στα χέρια μου, το ξεφύλλισα
διστάζοντας. Δυο χρόνια τώρα στο σπλάχνο μου μια ταραχή, μια λαχτάρα
μεγάλη, ένας σπόρος· ο Βούδας. Τον ένιωθα ακατάπαυτα μέσα μου, να
τρώει, ν' αφομοιώνει, να δένει. Και τώρα δε μού 'κανε καρδιά να τον
πετάξω· δεν μπορούσα. Ήταν κιόλας πολύ αργά για μια τέτοια
πνευματική αποβολή.

(Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1957: 21)

Τον ίδιο καιρό λοιπόν που ο αυτοδιηγητικός αφηγητής παίρνει την απόφαση ν' αλλάξει ζωή και ξεκινά για τη μεγάλη περιπέτεια στην Κρήτη, κυριαρχείται από τη βουδιστική φιλοσοφία και κυοφορεί ένα έργο που αντιπροσωπεύει μια ακραία εκδοχή του κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού που αποτελεί τον ένα πόλο του διχασμού του. Εδώ αποκαλύπτονται τα στοιχεία μιας αφανούς σύγκρουσης αξιών μέσα στην ψυχή του αφηγητή-ήρωα, που συνιστά το περιεχόμενο μιας Δοκιμασίας.

Οι δυνάμεις που συγκρούονται είναι οι πνευματικές αξίες που αντιπροσωπεύει ο Βούδας, ενταγμένες σ' ένα δυιστικό κοσμολογικό πλαίσιο όπου οι αξίες της ζωής είναι υποβαθμισμένες (εφόσον ο ορατός κόσμος δεν υφίσταται αντικειμενικά, είναι μια οφθαλμαπάτη, ένα δημιούργημα του νου) και οι ζωικές αξίες που αντιπροσωπεύει η εκρηκτική προσωπικότητα του Ζορμπά και οι οποίες προϋποθέτουν ένα κοσμολογικό πλαίσιο μονιστικό.

Ολόκληρο το κύριο μέρος, η περιπέτεια στο ερημικό ακρογιάλι της νότιας Κρήτης, γεμίζει από τη διαλεκτική αντιπαράθεση των δύο αντίθετων βιοκοσμοθεωρητικών προτύπων, μέσα από τους διαλόγους των δύο συντρόφων, τις προκλήσεις του περιβάλλοντος και του ίδιου του Ζορμπά, τις αντιδράσεις και τα σχόλια του αφηγητή. Η αντιπαράθεση συνοψίζεται σε ορισμένους βασικούς αντιθετικούς άξονες, που μέσα στο έργο εκφράζονται με πολλούς ομόλογους τρόπους.

Τον ένα πόλο της αντιπαράθεσης ενσαρκώνει μόνιμα ο Ζορμπάς, με τα λόγια τη στάση, τις επιλογές και τη δράση του. Τον άλλο πόλο συνθέτουν, ρητά ή υπαινικτικά, ο χαρακτήρας και οι αντιδράσεις του διανοουμένου και κυρίως τα φιλοσοφικά και κοσμοθεωρητικά του πρότυπα. Εδώ βρίσκεται και ο κύριος άξονας της αντιπαράθεσης, που επικαθορίζει όλους τους άλλους.

Ο αυτοδιηγητικός αφηγητής αναφέρεται συχνά στον «πέπλο της Μάγιας» και στο παραπλανητικό «περδικοπάνι», μυθικές και εικονιστικές εκφράσεις της βουδιστικής κοσμολογίας, σύμφωνα με την οποία ο ορατός κόσμος δεν έχει αντικειμενική υπόσταση, είναι μια οφθαλμαπάτη, ένα δημιούργημα του νου. Η θέση αυτή έχει ως αυτονόητη συνέπεια την υποβάθμιση της ζωής και των φυσικών αξιών και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον αντικειμενικό κόσμο στη συνείδηση του υποκειμένου, που είναι η δημιουργός βούληση που πλάθει την εικόνα του κόσμου. Η οπτική αυτή απομακρύνει το συγγραφέα-αφηγητή από τις αξίες και χαρές της ζωής και τον οδηγεί στην εσωστρέφεια, που τροφοδοτείται από τη συναίσθηση ότι έχει τη δύναμη να πλάθει φανταστικούς κόσμους και ανθρώπινους χαρακτήρες και να τους κυβερνά κατά τη βούλησή του.
Αντίθετα, ο Ζορμπάς έχει ακλόνητη εμπιστοσύνη στην αντικειμενικότητα και στην αλήθεια αυτού του Κόσμου. Δεν τον αμφισβητεί και δεν αμφιβάλλει όπως ο συνομιλητής του. Χαίρεται τη ζωή μ' όλες του τις αισθήσεις, δίνεται ολόκληρος σε ό,τι κάνει, χωρίς επιφυλάξεις και υστεροβουλίες. Έχει μια στάση ανυπόκριτου θαυμασμού για το θαύμα της φύσης. Την κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα μικρού παιδιού, αχόρταγα, σα να τη βλέπει κάθε μέρα για πρώτη φορά. Με τη δική του εμπράγματη γλώσσα, διακηρύσσει ότι αυτός ο κόσμος συγκεντρώνει όλες τις αξίες και είναι το μοναδικό πεδίο ολοκλήρωσης και ευδαιμονίας του ανθρώπου. Γι' αυτό είναι απόλυτα προσηλωμένος στη ζωή και αρνείται να την εγκαταλείψει, όπως θα δούμε. Αυτή η στάση κι αυτή η συμπεριφορά αποτελεί το πιο πειστικό επιχείρημα για τη βιοθεωρία και τις αξίες που εκπροσωπεί.

Ο Ζορμπάς γεμίζει όλο το μυθιστόρημα – που θα πεί, την ψυχή του αφηγητή – με τη συνταρακτική παρουσία του. Ο «βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» είναι στην πραγματικότητα το χρονικό της μύησης του συγγραφέα–αφηγητή, που μέχρι τότε εμφανίζεται να ζει μέσα στη φαντασίωση των μυθοπλασιών του, στην αληθινή ζωή και τις αξίες της. Αυτό τεκμηριώνεται τόσο μακροσκοπικά, από την ποσοτικά συντριπτική προτεραιότητα που παίρνουν μέσα στην αφήγηση οι αξίες που επενδύονται στη δράση του Ζορμπά έναντι των βουδιστικών αντιλήψεων του αφηγητή-συγγραφέα, όσο και μικροσκοπικά, από τα ιδεολογικά σχόλια του αφηγητή, που καθοδηγούν τον αναγνώστη στη σημασιοδότηση των γεγονότων και των συμπεριφορών. Όπως μαρτυρεί ο ίδιος ο συνομιλητής του, «είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί». «Τί θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης ετούτος μου το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια» (4).

Αν συνυπολογίσομε τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς «χαρτοπόντικας» και «καλαμαράς», που αποδίδει στον εαυτό του ο αφηγητής-συγγραφέας, σε αντιπαράθεση προς τους θετικούς χαρακτηρισμούς «ζωντανή καρδιά», «ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της, τη Γης», που αποδίδει στον Αλέξη Ζορμπά, προκύπτει αβίαστα ότι το σημασιοδοτικό σύστημα του έργου καταφάσκει τον πόλο που εκπροσωπεί ο Ζορμπάς, το κοσμοείδωλο κι οι αξίες του. Και οι αξίες αυτές, όπως είδαμε, είναι οι αξίες του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου. Αυτή η ισοδυναμία ανθρώπου - φύσης είναι προσφιλής στον Καζαντζάκη. Μέσα στα μυθιστορηματικά του έργα – αλλά και στην Οδύσσεια – θα συναντήσομε κι άλλα τέτοια πρόσωπα, που δεν ξεχωρίζουν από τη φύση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται:

Το Νικολιό, το λιοψημένο βοσκόπουλο με τα μυτερά αυτιά, πηδούσε από
βράχο σε βράχο σαν κατσίκι.να τον προαπαντήσει...Ήταν αγριωπό,
μαυριδερό, κι είχε τα λόγια του λιγοστά, μπεμπερίζοντας σαν κριάρι, και
τα μαλλιά του...στέκουνταν κατσαρά και ντούρα σα μικρά στρουφιχτά
κέρατα.

(Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, 1971: 103)

Η εικονοπλασία αυτή δείχνει ότι οι αμεσότερες πηγές του συγγραφέα βρίσκονται στη λαϊκή αγροτοκτηνοτροφική παράδοση της Κρήτης, όπου η ταύτιση με την άγρια φύση είναι κοινός τόπος.

Μια άλλη μυθιστορηματική μορφή, αντιπαράλληλη προς αυτή του Ζορμπά, είναι ο καπετάν Μιχάλης, ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος, ο οποίος ενσαρκώνει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, την αρχή της αντιστοιχίας ζωικών και κοινωνικών αξιών. Μια αδρομερής σύγκριση μεταξύ τους είναι, από τη σκοπιά του θέματός μας, πολύ ενδιαφέρουσα και διδακτική.

«Καπετάν Κάπρος» είναι το παρανόμι του καπετάν Μιχάλη, μια μεταφορά που υπονοεί την ταύτιση του Ήρωα με την άγρια φύση. Το ανδρικό ιδεώδες στον Καπετάν Μιχάλη είναι αυτή ακριβώς η ταύτιση με την άγρια φύση:

Αυτοί 'ταν άντρες, έγρουξε ο Καπετάν Μιχάλης, μαζώνοντας τα φρύδια, αυτοί 'ταν άντρες
οραδάτοι, όχι εμείς, τα χαμαντράκια! Τέτοιες κι οι γυναίκες τους κι ακόμα πιο θεριά.

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964: 16)

«Άντρες οραδάτοι» σημαίνει άντρες με ουρά (ιδιωματικό «ορά») και συνδέεται στην παράδοση της Κρήτης με την ιδιότητα του θεριού, όπως συνηθίζεται ν' αποκαλούν τους άντρες στην ορεινή Κρήτη. Από την ίδια λαϊκή πηγή φαίνεται ν' αντλεί και ο Μίκης Θεοδωράκης την ανθρωπολογία του στο μυθιστόρημά του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου». Ο ήρωας διηγείται:

Η προγιαγιά του παππού μου ήταν κόρη Κενταύρου. Δηλ. διασταύρωση Κενταύρου και γυναίκας.
Γι' αυτόν το λόγο, όλοι εμείς της οικογένειας είχαμε μια μικρή ουρά [...] Όσο οι γενιές πήγαιναν
προς τα πίσω, τόσο η ουρά ήταν μεγαλύτερη. Φερ' ειπείν, η ουρά του παππού μου ήταν τόσο
μεγάλη, που ήταν αδύνατο να την κρύψει μέσα στις βράκες του.

(M. Θεοδωράκης, Οι δρόμοι του Αρχάγγελου, τ. 4, 1988: 21)

Αυτός ο μύθος των ανθρώπων-κενταύρων εκφράζει τη συζυγία του ανθρώπου με την άγρια φύση· μια συζυγία που έχει το ισοδύναμό της στις υπεράνθρωπες διαστάσεις που παίρνει στα παλαιότερα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης ο λαϊκός Ήρωας, ο οποίος περιγράφεται με το μέτρο φυσικού φαινομένου:

Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη εδρασκέλουνε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκι' αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνιε·
στο βίτσισμά 'πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ' αγρίμια.

(Ακαδημία Αθηνών τόμ. Α΄, 1962: 42.Α΄δ, Σταμ. Αποστολάκης, 1993: 65.35.6-9)

Ο Καζαντζάκης εκδηλώνει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε ορισμένες μαντινάδες που εκφράζουν το αντίστοιχο ανθρώπινο ήθος και τις εντάσσει μέσα στα έργα του αυτούσιες ή ελαφρά παραλλαγμένες:

− Εγώ 'μαι τση βροντής παιδί και τα' αστραπής εγγόνι.
Σα θέλω αστράφτει και βροντά, σα θέλω ρίχνει χιόνι.
− Σαν τη λογιάσεις μια δουλειά, όρτσα και μη φοβάσαι,
αμόλα τη τη νιότη σου και μην τήνε λυπάσαι.
− Όρτσα, διάλε την πίστη του, κι όπου το βγάλ' η βράση,
γιά πού θα σάσει μια δουλειά γιά που θα 'σοχαλάσει.

(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 601) (5)

Η ροπή υπέρβασης του μέτρου που χαρακτηρίζει τους καζαντζακικούς ήρωες βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την τοπική παράδοση της Κρήτης. Λέει ο Γκρέκο στον ήρωα-αφηγητή:

«Μην ξεχνάς ποτέ την άγρια παραγγελιά που δίνει ο Κρητικός στον Κρητικό:
Αμόλα τη τη νιότη σου και μην τήνε λυπάσαι!».

Η παραγγελιά αυτή εξειδικεύεται επαναληπτικά μέσα στο έργο, σε διαφορετικές μα ταυτόσημες εντολές• στον Πρόλογο:

«− Παππού, δώσ' μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
− Φτάσε όπου δεν μπορείς!»
και στον Επίλογο: «− Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω». (6)

Η χαρακτηριστική αυτή ροπή υπέρβασης του μέτρου, καθώς διασταυρώνεται μέσα στα έργα του Καζαντζάκη, με θεμελιώδεις αρχές του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου, τροφοδοτεί μια ιδιαίτερη εκδοχή του νεοελληνικού τραγικού. Αυτό συμβαίνει όταν δύο αξίες πρωταρχικής σημασίας, με τις οποίες είναι ταυτισμένο το εγώ του Ήρωα, όπως το αγαθό της ζωής και η αρχή της ατομικής ελευθερίας, έρχονται, κάτω από ορισμένες συνθήκες, σε απόλυτη αντίθεση μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικά νεοελληνικό βίωμα, που έχει την αφετηρία του στο κλέφτικο τραγούδι της ύστερης Τουρκοκρατίας και που θέτει το λαϊκό ήρωα μπροστά στο δίλημμα να επιλέξει ανάμεσα στην ατομική του ανεξαρτησία και στη ζωή. Η έμπρακτη απάντηση του ήρωα σ' αυτή τη δοκιμασία αντιπροσωπεύει μια στάση ζωής που ονομάσαμε αντίληψη του προσώπου και η οποία σημαδεύει το πέρασμα από τη μεταβυζαντινή στη νεοελληνική πολιτισμική φάση. Η στάση αυτή ορίζεται από ένα βίωμα που αποδείχνεται ισχυρότερο κι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αφού ωθεί τον ήρωα να θυσιάζει χωρίς δισταγμό τη ζωή του στο όνομα μιας αξίας που ονομάζει «εγώ»· ένα εγώ διευρυμένο, που περιλαμβάνει τη συνείδηση του ατόμου και τη συνείδηση του ανθρώπου σε πλήρη ταύτιση. Όπως συνάγεται από τα λόγια του Ήρωα, η ατομική του υπόσταση (εγώ) φαίνεται να είναι αξεχώριστη από την τιμή και την κοινωνική του υπόληψη, δηλ. από την αξία που αντιπροσωπεύει στη συνείδηση των άλλων μελών της μικρής του κοινότητας. Η αντίληψη του προσώπου καθιερώνεται ως ποιητικός κώδικας, «σημαντικός» της ιδιότητας και αξιοπρέπειας του ανθρώπου, από τον Διονύσιο Σολωμό με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, όπου αναπαράγεται, με όρους φιλοσοφικούς, το δομικό πρότυπο του κλέφτικου τραγουδιού  (7).

Ο κώδικας αυτός αναγνωρίζεται και στην τοπική λαϊκή παράδοση της Κρήτης, όπου η αξιοπρέπεια του ανθρώπου σημασιοδοτείται ως ανώτερη από την ατομική ζωή:

Κάλλιο μια μπάλα στο φτερό όντε στα νέφη θα 'μαι,
παρά να σκύφτω μια ζωή και να ξανοίγω χάμαι.

(προφορική παράδοση Δυτ. Κρήτης) (8)

Ο κώδικας αναγνωρίζεται επίσης στον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη, όπου ο ήρωας και οι σύντροφοί του βρίσκονται αποκλεισμένοι από τον αντίμαχο και πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στη ζωή και στην ελευθερία. Όπως στο κλέφτικο τραγούδι, οι Τούρκοι έχουν αποκλείσει τους ήρωες («τους είχαν ζώσει ολούθε και δεν άφηναν μήτε άνθρωπο μήτε ζο να περάσει»). Ο συσχετισμός δυνάμεων συντριπτικός• ελπίδα διαφυγής δεν υπάρχει («μολυβομπάρουτα δεν έχουμε, ψωμί δεν έχουμε, ελπίδα δεν έχουμε, οι Τούρκοι ασκέρι, εμείς μια φούχτα»). Τότε ο εχθρός τους καλεί να παραδοθούν («Παραδώσου με το καλό ως αύριο το μεσημέρι..., αλλιώς, ...θα σας παλουκώσω όλους»). Οι ήρωες αρνούνται, προκρίνοντας συνειδητά τη θυσία («Ελευτερία ή θάνατος») (9). Μάλιστα, η απάντηση του καπετάν Μιχάλη είναι σε ρητή διακειμενική αναφορά προς τα ιστορικά και ποιητικά του πρότυπα:

...κοίταξε γύρα τους συντρόφους, κάτω την Τουρκιά, απάνω τον ακατοίκητο ουρανό...
"Ελευτερία ή θάνατος!" μουρμούρισε κουνώντας άγρια την κεφάλα του. "Ελευτερία ή θάνατος,
έ κακομοίρηδες Κρητικοί! Ελευτερία και θάνατος! αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου
• αυτό 'ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία και θάνατος! Ελευτερία και
θάνατος!" Είπε κι αλάφρωσε• κατάλαβε• ύστερα από τόσα χρόνια κατάλαβε• η καρδιά του
στερεώθηκε.

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964: 533)

Ο τρόπος που ο καπετάν Μιχάλης «παραλλάσσει» το σύνθημα «Λευτεριά ή Θάνατος» της Επανάστασης – στο οποίο συμπυκνώνεται καίρια η ιδεολογία του κλέφτικου τραγουδιού και η αξιολογία των Ελεύθερων Πολιορκημένων – δείχνει ευανάγνωστα τόσο τη συγγένεια όσο και τη χαρακτηριστική διαφορά της αντίληψης του Καζαντζάκη σε σχέση με τον κώδικα που περιγράψαμε. Είναι πολύ διδακτικό ότι στο μυθιστόρημα το δίλημμα αναπτύσσεται εποπτικά σε δύο σκέλη:

 «το μυαλό λέει να φύγουμε»  «μα η καρδιά δε μας αφήνει»
 − «θα χαθούμε άδικα»  − «θέλω να φύγω και σε ντρέπουμαι»
 − «ο θάνατός μας δε φέρνει κανένα όφελος»  − «ας πεθάνουμε όλοι σαν άντρες»
 «γρήγορα θα σηκωθεί πάλι η Κρήτη και δε θά 'μαστε ζωντανοί στον καινούριο σηκωμό να δώσουμε ένα χέρι...»  − «η Κρήτη δε θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς σαν κι εμάς...οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη»
− «πιο πολύ συφέρει στην Κρήτη η ζωή μας παρά ο θάνατος» − «πιο καλό θα κάνουμε εμείς που θα πεθάνουμε παρά αυτοί που θα ζήσουν»

Σ' αυτή τη διπλή παραδειγματική σειρά, η στάση του ήρωα ορίζεται αρνητικά και θετικά• αρνητικά, απ' αυτό που δεν είναι: τη λογική, το ανώφελο της θυσίας, το πρακτικό «συμφέρον της Κρήτης», το ρεαλιστικό κριτήριο «των νοικοκυραίων». Ο θετικός ορισμός, από την άλλη, έχει διπλές διαστάσεις: το ήθος («σαν άντρες»), την καρδιά, («θαρρείς πως του λόγου σου μόνο έχεις ψυχή;»), την ενστικτώδη αντίδραση («πήρε χόχλο το αίμα του»), την «κουζουλάδα», στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη βαθύτερη υπόσταση του ήρωα• αλλά και την ντροπή, τους παππούδες, την Κρήτη, που παραπέμπουν στην καταγωγή, την ιστορία, την κοινωνική διάσταση της προσωπικότητας του ήρωα. Αυτές οι διπλές παράμετροι αποδίδουν με ακρίβεια την έννοια του προσώπου, ως σύνθεση της ισχυρής ατομικότητας του ήρωα και των κοινωνικών και ιστορικών προσδιορισμών της. Χαρακτηριστικές είναι οι εκφράσεις «ξύπνησαν στο σπλάχνο του ο κύρης, οι παππούδες του», «θέλω να φύγω και σε ντρέπουμαι», «με στέλνει η Κρήτη», «Εγώ 'μαι η Κρήτη», κ.τ.ό. Ως εδώ η αντιστοιχία προς τον παραδοσιακό κώδικα είναι πλήρης, ακόμη και στα αφηγηματικά συμφραζόμενα. Και ξάφνου μπαίνει μια μικρή, μα πολύ σημαντική διαφορά• ο μετασχηματισμός του «Ελευτερία ή θάνατος» σε «Ελευτερία και θάνατος». Ένα καλό σχόλιο πάνω σ' αυτό είναι τα λόγια του Φουρόγατου:

Όλη τη νύχτα δυο διαόλοι παλεύανε μέσα μου· ο ένας έλεγε: «Φύγε, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία»· ο άλλος έλεγε: «Μείνε, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία».

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964: 534).

Αυτή η καθαρά καζαντζακική διατύπωση προσφέρει το μίτο για να διευκρινίσομε, κατ' αντιδιαστολή προς τη φρόνιμη λογική, τη διαφοροποίηση στο σημασιακό περιεχόμενο του συνθήματος: «Ελευτερία και θάνατος» σημαίνει καταρχήν ότι ελευθερία και θάνατος πάνε μαζί• το αίτημα της ελευθερίας συνεπάγεται θάνατο. Αυτό εμπεριέχει μια σειρά συνυποδηλώσεις, που συνδέονται τόσο με αντικειμενικούς όσο και με υποκειμενικούς όρους.

Είναι πρώτα απ' όλα ο κώδικας που επιβάλλει η βία του κατακτητή, όπως στο κλέφτικο τραγούδι: υποταγή = ζωή vs άρνηση υποταγής = θάνατος (10). Είναι ωστόσο κι ένα γενικότερο καθεστώς, που συναρτάται με την αδυναμία των φορέων της εξουσίας να ανεχτούν στην πράξη την αρχή της ελευθερίας. «Θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!» αυτό τον κώδικα ανάγνωσης προτείνει για τους «Αδερφοφάδες» ο Καζαντζάκης στον υπότιτλο του έργου.

Είναι ακόμη ο κώδικας που προκύπτει από το ασυμβίβαστο ήθος του ίδιου του ήρωα, ο οποίος βιώνει την ατομική του ελευθερία ως το μόνο δυνατό τρόπο ύπαρξης, συνεπώς ως μια αξία που δεν επιδέχεται φαλκίδευση. Μ' αυτούς τους όρους, έχει τη συναίσθηση ότι η λευτεριά, στην καθαρή, αφαλκίδευτη εκδοχή της, «μόνον έναντι θανάτου δίδεται». Έτσι προκύπτει η κοσμοαντίληψη ενός καθολικού αδιεξόδου, όπου η αντίθεση ανάμεσα στην ελευθερία και τη ζωή γίνεται αέναη πηγή του τραγικού.

Ώστε, το «μείνε, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία», εκφράζει την ηρωική έξοδο από το τραγικό αδιέξοδο, με τη θυσία της ατομικής ζωής. Όταν η ελευθερία έρχεται σε σύγκρουση με το αγαθό της ζωής, η μόνη επιλογή που έχεις, για να διασώσεις την ανθρώπινή σου αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία είναι να επιλέξεις τη θυσία της ζωής, με πλήρη συνείδηση του πρακτικά ανώφελου αλλά ηθικά αναγκαίου. Αυτή η παράλογη λογική να θυσιάσεις ένα μείζον αγαθό για να μην το ευτελίσεις, είναι το ιδεολογικό έρεισμα της κρητικής «κουζουλάδας».

Σε ομολογία με την τοπική παράδοση, οι «κουζουλοί» του Καζαντζάκη, σπουδαίοι ή ταπεινοί, έχουν πλήρη συνείδηση ότι με την κουζουλάδα τους «κάνουν την Κρήτη αθάνατη», επαναβεβαιώνοντας αξίες που έχει ανάγκη ο τόπος και οι άνθρωποι για να επιζήσουν στο μέλλον. Κι αυτό γίνεται κίνητρο δράσης ακόμη και για τους ανήμπορους, όπως ο Αντρουλιός, που βάλθηκε «να φάει το βουνό» (Ο Καπετάν Μιχάλης, 529-531), ή παρακατιανούς όπως ο Βεντούζος, που χωρίς έξωθεν καταναγκασμό παραίτησε σπίτι και κόρες ανύπαντρες κι έτρεξε να θυσιαστεί δίπλα στον καπετάν Μιχάλη:

Ζόρε θέλει, μαθές, καπετάνιο, κατέχω το• μα για ένα φιλότιμο στέκει ο κόσμος. (11)

Αυτό το «φιλότιμο» είναι η λαϊκή ονομασία της φιλοσοφικής έννοιας του «ανθρώπινου προσώπου», που σε μια άλλη παραδοσιακή εκδοχή της, εκδηλώνεται ως απαίτηση ανεξαρτησίας ακόμη και απέναντι στον ίδιο το θεό: «ούτε στον ίδιο το θεό δεν κάνω τέτοια χάρη», κατά τη γνωστή κρητική μαντινάδα. «Μήτε ο Θεός δεν μπορεί να τον μεταγνωμίσει», είναι η αντίστοιχη έκφραση στον «Καπετάν Μιχάλη» (1957: 536).

Το ήθος αυτό μας παραπέμπει στην αντίθεση ανθρώπου – θεού, που την αρχετυπική της έκφραση αναγνωρίζομε στον τραγικό μύθο του Προμηθέα. Το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαία και στη νεοελληνική εκδοχή της «προμηθεϊκής ιδέας» αποτελούν τα δημοτικά τραγούδια του Χάρου. Τα τραγούδια του Χάρου συνδέονται αναπόσπαστα με το αίτημα μιας εγκόσμιας αθανασίας, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη. Ο αντρειωμένος ή ο Διγενής των ακριτικών τραγουδιών, ο λεβέντης ή ο βοσκός των νεοελληνικών τραγουδιών του Χάρου αρνούνται να παραδώσουν την ψυχή τους στο Χάροντα, εντολοδόχο της Κοσμικής τάξης, προβάλλοντας την αξίωση μιας εγκόσμιας αθανασίας (12). Απαράλλαχτη είναι και η απάντηση του Αλέξη Ζορμπά, σε σχετική συζήτηση με τον αφηγητή-συγγραφέα του ομώνυμου μυθιστορήματος:

- Εγώ κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως
και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου!
Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω! (13)

(Ο Καπετάν Μιχάλης, 1957: 321).

Αυτό το αίτημα της εγκόσμιας αθανασίας, σε συνδυασμό με το αίτημα μιας εξίσωσης με το θεό, θα το βρούμε και σ' άλλα κείμενα του Καζαντζάκη.

Η πρώτη μου λαχτάρα – γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο – στάθηκε η
λευτεριά• η δεύτερη, που κρυφά μέσα μου ακόμη αποκρατάει και με
βασανίζει, η δίψα της αγιότητας. Ήρωας μαζί και άγιος, νά το ανώτατο
πρότυπο του ανθρώπου.

(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 86)

Και στο Συμπόσιον εξομολογείται το παιδικό του όνειρο:

Μια μέρα, θυμούμαι, πηγαίνοντας βιαστικά στο δρόμο, κλαμένος ακόμα από
το βίο του Ιωάννη του Καλυβίτη, είπα ξαφνικά: "Θεέ μου, και κάμε με Θεό". (14)

Αλλά εκεί όπου η «προμηθεϊκή ιδέα» παίρνει το βίαιο χαρακτήρα μιας ανοιχτής σύγκρουσης ανθρώπου – θεού, είναι στο ακόλουθο παράθεμα από την Αναφορά στο Γκρέκο:

Άπλωσε ο θεός το χέρι του να του το φιλήσει· μα ο άνθρωπος έστριψε τομουστάκι του και είπε: "Κάμε, ωρέ γέρο, τόπο να περάσω!". (15)

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, αυτή η τάση, ακόμη και στην εκδοχή της υποκατάστασης του θεού από τον άνθρωπο, έχει την πηγή της στην τοπική παράδοση της Κρήτης, μάλιστα σε μια από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις της όπως είναι το δημοτικό τραγούδι (16). Σε μια περίφημη κρητική παραλλαγή του θανάτου του Διγενή – μοναδική μέσα στο σύνολο των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών – ο ήρωας, την ώρα που ψυχομαχεί, εκφράζει τον πόθο να υποκαταστήσει το θεό και να επιβάλει τη δική του τάξη στον Κόσμο:

- Νά 'χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια,
να πάθιουν τα πατήματα, νά 'πιανα τα κερκέλια,
ν' ανέβαινα στον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω,
να δώκω σείσμα τ' ουρανού να βγάλει μαύρο νέφι...

(Αντ. Γιάνναρης, 150.159 = Δ. Πετρόπουλος τ. Α΄, 25.12) (17)

Τέλος, ο κώδικας που επιβεβαιώνει τον οργανικό σύνδεσμο του Καζαντζάκη με την τοπική παράδοση της Κρήτης είναι η αντίληψη που ο ίδιος ονόμασε «Κρητική Ματιά», το παιχνίδι με το θάνατο, το ζύγισμα πάνω απ' την άβυσσο χωρίς τρόμο, με αυτοκυριαρχία και αξιοπρέπεια. Η αντίληψη αυτή «ερμηνεύει» το ήθος που, κατά τον συγγραφέα, εκφράζουν τα μινωικά "ταυροκαθάψια". Ως εξής σχολιάζει ο Καζαντζάκης αυτό το παιχνίδι με το θάνατο στις τοιχογραφίες της Κνωσσού:

το ιερό τούτο πάλεμα με τον Ταύρο ακόνιζε τη δύναμη του Κρητικού,
καλλιεργούσε τη σβελτοσύνη και τη χάρη του κορμιού, τη φλογερή και
ψύχραιμη ακρίβεια της κίνησης, την πειθαρχία της θέλησης και τη
δυσκολοαπόχτητη γενναιότητα ν' αναμετριέται, χωρίς να κυριεύεται από
πανικό, με την τρομαχτικιά δύναμη του θεριού...

(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 585-586)

Η «Κρητική Ματιά» − που είναι το θέμα του τελευταίου (ΛΑ΄) κεφαλαίου της Αναφοράς στον Γκρέκο − αντιπροσωπεύει την κατάληξη της ανθρωπολογικής αναζήτησης του Καζαντζάκη: το ήθος του Ήρωα, που «όρθιος στην άκρα του γκρεμού» αντικρίζει την άβυσσο «χωρίς ελπίδα και φόβο, μα και χωρίς αναίδεια»• έχοντας πραγματώσει μια ακραία εκδοχή της ελευθερίας. (18)

 

 


 

Υποσημειώσεις:

↑ 1. Ν. Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης, Αθήνα, Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1964, 1981: 7 (Πρόλογος) (α΄ έκδ. 1953, Νέα έκδ. 2003).

↑ 2. Peter Bien, «Ο Αλέξης Ζορμπάς, ο Νίτσε και η αιώνια ελληνική τάξη», Νέα Εστία (Χριστούγεννα 1971). Πρβλ. Πήτερ Μπην, Οκτώ κεφάλαια για τον Νίκο Καζαντζάκη, επιμ. Σ.Ν. Φιλιππίδης, Πανεπιστήμιο Κρήτης ‒ Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, όπου μια πληρέστερη και συνολικότερη ερμηνεία του έργου του Καζαντζάκη.

↑ 3. Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 584-585.

↑ 4. Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1957: 27.

 5. Τις μαντινάδες αυτές θα τις ξαναβρούμε στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη, προσαρμοσμένες στον 17σύλλαβο του έργου.

↑ 6. Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 616, 23 και 617, αντίστοιχα.

↑ 7. Πρβλ. ενδεικτικά την αντιστοιχία ανάμεσα στο κλέφτικο τραγούδι: Όσο 'ν' ο Χρίστος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει / πασά 'χει ο Χρίστος το σπαθί, βεζύρη το ντουφέκι (διεξοδική ανάλυση στο: Ε.Γ.Καψωμένος, Δημοτικό τραγούδι. Μια διαφορετική προσέγγιση, Αθήνα, Πατάκης, 1996:173-196) και στους Ελεύθερους Πολιορκημένους: Έρμα 'ν' τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα! (αναλυτικότερα Ε.Γ.Καψωμένος, «Καλή 'ν' η μαύρη πέτρα σου». Ερμηνευτικά κλειδιά στο Σολωμό, Αθήνα, Βιβιοπωλείο της Εστίας, [α΄ έκδ. 1992] 2006: 141-152).

 8. Είναι το αντίστοιχο ήθος των κρητικών "χαΐνηδων", που έχει και άλλες ταυτόσημες εκφράσεις: Όσο που να'χω την πνοή έτσα που είμαι θα'μαι. / Μόνο κομμένη κεφαλή μπορεί να σκύψει χάμαι (βλ. Ε.Γ.Καψωμένος, «Η κρητική μαντινάδα», 2002: 47).

↑ 9. Βλ. τις σχετικές παραπομπές στο τελευταίο κεφάλαιο (Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964, 1981: 532-541).

 10. Λ.χ. Κόρη, για ρίξε τα' άρματα, γλίτωσε τη ζωή σου! (Της Λένως Μπότσαρη», Δ. Πετρόπουλος, Α΄, 1958: 192.24 – πρβλ. Ε.Γ.Καψωμένος, 1996:180). – Παραδώσου, αλλιώς, θα σε παλουκώσω! (Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964, 1981: 532).

↑ 11. Βλ. Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964, 1981: 509-510 και 538.

↑ 12. Βλ. Ε. Γ. Καψωμένος, «Η προμηθεϊκή ιδέα στο κρητικό δημοτικό τραγούδι», Κρητική Εστία, τ. 8 (2000-2001): 233-247 και: «Η κρητική μαντινάδα», 2002: 64.

↑ 13. Εννοεί, "δεν υπογράφω" τη θνητή μοίρα του ανθρώπου, δεν αποδέχομαι το θάνατο.

↑ 14. Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, Αθήνα, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, 1971: 48. Πρβλ. Ο Καπετάν Μιχάλης, 1964: 494: «Δεν ήταν άνθρωπος αυτός, ήταν αρχάγγελος» (ο λόγος για τον καπετάν Κόρακα, μαχόμενο).

↑ 15. Θα το συναντήσομε στιχουργημένο και στην Οδύσσεια (Ψ 1123-24).

↑ 16. Είναι αλήθεια ότι η διατύπωση αυτή και η ανάλογη της Οδύσσειας παραπέμπουν πιο πολύ στην "ύβριν" του δυτικού ανθρώπου. Η ελληνική παραδοσιακή έκφραση της αντίθεσης προς το θεό είναι αμφισβήτηση της δικαιοσύνης του θεού, άρνηση υπακοής, αξίωση ισοτιμίας, αλλά ποτέ δε φτάνει στην αναίδεια ή στην ύβρη της αθεΐας.

↑ 17. Βλ. αναλυτικά Ε.Γ. Καψωμένος, «Η προμηθεϊκή ιδέα στο κρητικό δημοτικό τραγούδι», Κρητική Εστία, τ. 8 (2000-2001): 233-247.

↑ 18. Βλ. Αναφορά στον Γκρέκο, 1961: 579-593 (ιδιαίτερα, 586). Πρβλ. Ταξιδεύοντας. Ισπανία, 1966: 124-133., σε συσχετισμό με την Ασκητική και, βέβαια, με το Δυσσέα της καζαντζακικής Οδύσσειας, στον οποίο ρητά αναφέρεται το κείμενο.