Τρίτη, Νοέμβριος 12, 2019

Υπάρχει η άποψη ότι το δημοτικό τραγούδι είναι δημιούργημα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης κοινωνίας, που χάθηκε για πάντα, συμπαρασύ­ροντας μαζί της το λαϊκό προφορικό πολιτισμό με όλες τις εκφράσεις του. Η άποψη αυτή έπρεπε να είχε αναθεωρηθεί από καιρό, αφού - σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες - η δημοτική ποίηση παρουσιάζει, σ' όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και ως τις μέρες μας, μια τέτοια δυναμική, που έχει στην πράξη διαψεύσει τέτοιες εκτιμήσεις.

Είναι γεγονός ότι οι κοινωνικές συνθήκες και οι όροι του υλικού βί­ου άλλαξαν σημαντικά, ιδιαίτερα στα τελευταία πενήντα χρόνια, και οι αγροτοκτηνοτροφικοί πληθυσμοί, βασικοί φορείς του παραδοσιακού πολιτισμού, μειώθηκαν αισθητά, πρώτα με την αστυφιλία της δεκαετίας του '50 και του '60, που μετέβαλε τους χωρικούς σε μικροαστούς, ύστερα με την αστικοποί­ηση της υπαίθρου στη δεκαετία του '90, που βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέ­λιξη. Παρ' όλα αυτά, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προβλέ­ψεις του αυστηρού αστικού ρασιοναλισμού. Ο πολιτισμός ενός λαού είναι, όπως και η γλώσσα του, αυτοδύναμο σύστημα. Συναρτάται βέβαια με τις κοινωνικές δομές, αλλά δεν εξαρτάται απόλυτα απ' αυτές· έχει αποδεδειγμέ­να μεγαλύτερη διάρκεια. Έτσι δεν είναι παράξενο που σε ορισμένες περιοχές της περιφέρειας με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια[1], το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί ν' αποτελεί ζωντανό στοιχείο του λαϊκού πολι­τισμού και να ανανεώνεται ως προς τα είδη εκείνα που διατηρούν αντιστοι­χία προς τις σημερινές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας που τα συντηρεί. Η λαϊκή ποιητική παραγωγή της μεταπολεμικής ιδίως περιόδου δεν έχει βέβαια καταγραφεί και μελετηθεί συστηματικά και σ' αυτό παίζει ένα ορισμένο ρό­λο η προκατάληψη για την οποία μιλήσαμε. Ωστόσο, μια πλούσια και αξιό­λογη παραγωγή έχει έρθει στο φως της δημοσιότητας από τα χρόνια του με­σοπολέμου και εξής, είτε από τακτικές δημοσιεύσεις σε τοπικές εφημερίδες και λαογραφικά έντυπα είτε -κυρίως- από συγκροτημένες συλλογικές ή και ατομικές ερευνητικές προσπάθειες, στα πλαίσια της δραστηριότητας αρμό­διων δημόσιων φορέων όπως τα πανεπιστήμια και το Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών[2].

Η παραγωγή αυτή έχει δείξει νομίζομε, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι σε αρκετές αγροτοκτηνοτροφικές περιοχές με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια, το δημοτικό τραγούδι δεν έπαψε ως τις μέρες μας ν' αποτελεί οργανικό στοιχείο της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας. Ορισμένες μάλιστα κατηγορίες τραγουδιών εξακολουθούν να διατηρούν τον λειτουργικό τους ρόλο μέσα στην παραδοσιακή κοινωνία. Και έχουν την α­νάλογη εκπροσώπηση στις συλλογές τραγουδιών του εικοστού αιώνα[3].

Μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα είδη εκείνα τραγουδιών που ξεπερνώντας τα όρια της παραδοσιακής κοινωνίας, έχουν εισβάλει στις η­μιαστικές αλλά και τις καθαρά αστικές περιοχές και με τις αναπόφευκτες βέβαια προσαρμογές τόσο στην έκφραση όσο στους τρόπους διάδοσης και λειτουργίας, κατέληξαν να "προαχθούν" από τοπικά σε πανελλήνια κι από έκφραση μιας συγκεκριμένης παραδοσιακής κοινωνίας (για να μην πούμε, κοινωνικής τάξης) σε τραγούδια εθνικά. Αυτό δεν είναι παράξενο κι ούτε βέβαια είναι φαινόμενο της τελευταίας πεντηκονταετίας. Από τον περασμένο αιώνα, που αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τη λαϊκή ποίηση, το δημοτικό τραγούδι αντιμετωπίσθηκε από πολλούς μελετητές όχι ως ταξικό τραγούδι, αλλά ως τραγούδι εθνικό: "ελληνικά δημοτικά τραγούδια", "τραγούδια του ελληνικού λαού", "τραγούδια των Ελλήνων" είναι η χαρακτηριστική ορολο­γία που χρησιμοποιήθηκε.

Και ήταν εύλογο. Ο μόνος εμπράγματος (και όχι γραπτός) πολιτι­σμός που εκάλυπτε το σύνολο περίπου του ελληνισμού τόσο κατά την ύστε­ρη τουρκοκρατία όσο και κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, ήταν ο παραδοσιακός πολιτισμός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων της υ­παίθρου, εφόσον η λόγια παράδοση, κατά την ίδια ιστορική περίοδο, μ’ όλη τη σπουδαιότητα της, ήταν υπόθεση μιας μειοψηφίας λογίων. Ο λαϊκός πολι­τισμός υπήρξε τελικά ο βασικός παράγοντας της σύνθεσης λόγιου-λαϊκού, αγροτικού-αστικού, ελληνικού-ευρωπαϊκού, απ’ όπου προέκυψε ο ελληνικός πολιτισμός του εικοστού αιώνα, με τις ιδιαιτερότητες του· ιδιαιτερότητες που δε μιας επιτρέπουν να τον ταυτίσομε με τα δυτικά αστικά πρότυπα.

Έτσι, μολονότι μέσα στον 20όν αιώνα επικράτησαν κατά καιρούς τάσεις απομάκρυνσης από τα πρότυπα του παραδοσιακού λαϊκού πολιτισμού και από τις καλλιτεχνικές του εκφράσεις (χορούς-τραγούδια), με ταυτόχρονη μίμηση ξένων προτύπων, ευρωπαϊκών ή αμερικάνικων, οι τάσεις αυτές απο­δείχτηκαν περιστασιακές, καθώς σε κάθε κρίσιμη ιστορική καμπή διαπιστώ­νεται μια επιστροφή και συσπείρωση της πλειοψηφίας του λαού γύρω από την παράδοση και τις αξίες της. Αυτή η κυκλικά επαναλαμβανόμενη επι­στροφή στις ρίζες, που εκδηλώνεται χαρακτηριστικά με μια ανανεωμένη προτίμηση στους παραδοσιακούς τρόπους διασκέδασης, συνδυάζεται, όπως είναι ευνόητο, με μια έξαρση της καλλιέργειας του δημοτικού τραγουδιού, μάλιστα των ειδών που συνδέονται με το γλέντι. Το φαινόμενο αυτό έχει και τις αρνητικές πλευρές του, καθώς η επαγγελματοποίηση των λαϊκών καλλι­τεχνών και η προσαρμογή στους σημερινούς κανόνες λειτουργίας της οργα­νωμένης ψυχαγωγίας (κι εδώ συμπεριλαβάνονται και η αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνικών μέσων) αλλοιώνει σε κάποιο -μικρότερο ή μεγαλύτερο- βαθμό τη λαϊκή καλλιτεχνική έκφραση, σε σύγκριση με τα πρότυπα που ί­σχυαν ή ισχύουν ακόμη στις καθαυτό παραδοσιακές κοινότητες της υπαί­θρου.

Μ' ένα ορισμένο κριτήριο, οι αλλοιώσεις αυτές χαρακτηρίζονται νό­θευση της παράδοσης από τους αστικούς τρόπους έκφρασης. Ωστόσο η έ­κταση του φαινομένου εκφράζει, χωρίς αμφιβολία, την αντοχή και την προ­σαρμοστικότητα της λαϊκής παράδοσης στις νέες συνθήκες, μ’ άλλα λόγια, επιβεβαιώνει τους οργανικούς και ακατάλυτους δεσμούς της αστικοποιημέ­νης ελληνικής κοινωνίας με τις ρίζες της: τον αγροτοκτηνοτροφικό πολιτι­σμό, τις εκφράσεις και τις αξίες του[4].

 

Η δομή και η αισθητική της μαντινάδας

Ανάμεσα στα είδη της λαϊκής ποίησης αυτό που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις νέες διαφοροποιημένες συνθήκες κα ταυτόχρονα την αδιάσπαστη συνέχεια της παράδοσης είναι η μαντινάδα, το δημοτικό δίστιχο, είδος με πανελλήνια διάδοση αλλά με ιδιαίτερη επίδοση σε ορισμένες περιοχές, όπως η Κρήτη, η Κύπρος, η νησιώτικη Ελλάδα και η Θράκη.

Η μαντινάδα δε συνδέεται με μια εξειδικευμένη τελετουργία, όπως συμβαίνει λ.χ. με τα μοιρολόγια ή με τα τραγούδια του γάμου· ούτε με μα ορισμένη επαγγελματική κατηγορία, όπως λ.χ. οι οργανοπαίχτες. Οι οργανοπαίχτες αποτελούν αναμφίβολα βασικούς αλλά όχι αποκλειστικούς φορείς καλλιέργειας του είδους. Η μαντινάδα αποτελεί μια καθολική εκφραστική φόρμα, με την οποία εκδηλώνεται η ποιητική διάθεση του λαού. Καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και παρουσιάζει μια αξιοθαύμαστη ευελιξία που εκδηλώνεται με τη συνεχή επέκταση της σε νέες θεματικές. Γι αυτό δε μπορεί κανείς να ορίσει τη μαντινάδα από τη θεματική της. Γιατί, κυριολεκτικά, δεν υπάρχει θεματικό πεδίο, που να είναι απρόσιτο στη μαντινάδα όπως θα δούμε. Προσφέρεται τόσο για την έκφραση ατομικών συναισθημάτων (λ.χ. ερωτικές μαντινάδες) όσο και για την έκφραση συλλογικών βιωμάτων (γνωμικές, ηρωικές, ιστορικές κ.λπ.)· τόσο για τη διαπροσωπική επικοινωνία (ερωτικοί διάλογοι, παράπονα, πείσματα, πειράγματα, μαντιναδομαχίες) όσο και για τις κοινωνικές τελετουργίες (γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, γλέντια). Ο τρόπος που τραγουδιέται είναι διαλογικός· εκφωνεί ο τραγουδιστής μια μελωδική φράση, επαναλαμβάνουν εν χορώ οι συνδαιτημόνες. Στη τάξη του γλεντιού οι μαντινάδες εναλλάσσονται με τα τραγούδια της τάβλας.

Η διαλογικότητα είναι συστατικό στοιχείο της τελετουργικής μαντινάδας, που συνοδεύει εκφράσεις της εθιμικής ζωής. Μαντινάδες του χορού, του γλεντιού, του γάμου, της βάφτισης, της εργασίας λειτουργούν κατά το σχήμα: πρόκληση-απάντηση. Σ' αυτό το πλαίσιο υπάρχουν μαντινάδες στερεότυπες και μαντινάδες ευρηματικές:

 

- Χίλια καλώς το βρήκαμε του φίλου μας το σπίτι,

απού ‘χει τον αυγερινό και τον αποσπερίτη.

 

Κι εσείς καλώς ορίσετε, χίλια και δυο χιλιάδες

ο κάμπος με τα λούλουδα και με τσι πρασινάδες.

 

- Χίλια καλώς ορίσανε οι φίλοι οι γι’ εδικοί μας

κι α δε χωρούν στο σπίτι μας, πάνω στην κεφαλή μας.

 

Στην κεφαλή δε βγαίνομε γιατί θα γκρεμιστούμε,

μονό ‘ρθαμε στο σπίτι σας μιαν τσικουδιά να πιούμε.

 

Η μαντινάδα εμφανίζεται ως ουσιώδες συστατικό της συλλογικής ζωής, η οποία, για να λειτουργήσει, απαιτεί την ενεργή και δημιουργική συμμετοχή των μελών της. Το κοινωνικό μοντέλο που προϋποθέτει η χρήση της μαντινάδας είναι λοιπόν ένα μοντέλο συμμετοχικό, μιας κοινωνίας που επιφυλάσσει στα μέλη της ένα ρόλο δημιουργικό· όχι τον παθητικό ρόλο του καταναλωτή-τηλεθεατή που η σύγχρονη αστική κοινωνία, στη φάση της παγκοσμιοποίησης, επιφυλάσσει στα μέλη της.

Από την άποψη της τεχνοτροπίας, η μαντινάδα, όπως κάθε παραδο­σιακή ομαδική έκφραση, είναι ως ένα βαθμό μια τέχνη στερεότυπη.

Βασίζεται σε μια ολόκληρη σειρά από συμβάσεις και κοινούς τό­πους, όπως τα τυπικά και ισότιμα μοτίβα, οι λογότυποι, οι εισαγωγικοί ή με­ταβατικοί στίχοι-κλισέ, οι φόρμες παραστατικής έντασης, οι τύποι αφηγημα­τικής και αρχιτεκτονικής οργάνωσης, το εικονοπλαστικό και συμβολικό σύ­στημα, η παραδοσιακή στιχουργία και μουσική. Αυτός ο πλούτος των εκ­φραστικών μέσων, αποκρυσταλλωμένος από μια μακρά προφορική παράδο­ση σε στερεότυπα σχήματα μεγάλης -αισθητικής και ψυχολογικής- ευστοχί­ας, ορίζει τον αρχαϊκό χαρακτήρα και την αυστηρή τεχνική στην οποία υπό­κειται η δημιουργία του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα.

Ένας αδαής, με γνώμονα τα κριτήρια της προσωπικής ποίησης, θα μπορούσε να θεωρήσει αυτά τα χαρακτηριστικά ως ένδειξη ατεχνίας και αι­σθητικής απορίας.

Ωστόσο αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά αποτελούν τη σφραγίδα της γνησιότητας· και δεν είναι διόλου δείγμα αδυναμίας. Απεναντίας, οι χρή­στες, ενσωματώνοντας φόρμες επεξεργασμένες από μια πολύ μακρά παρά­δοση, επομένως φόρμες μεγάλης αισθητικής δραστικότητας, πρώτ’ απ' όλα "σπουδάζουν" μέσ’ απ’ αυτές τον αισθητικό κανόνα της κοινότητας· δεύτε­ρο, έχουν τη δυνατότητα, συνδυάζοντας το κοινόχρηστο υλικό, να δημιουργήσουν μαντινάδες προσαρμοσμένες στην περίσταση, δηλ. ν' ανταποκριθούν στην ανάγκη της στιγμής· τρίτο, καταφέρνουν να εξασφαλίσουν ένα ορισμέ­νο αισθητικά αποδεκτό επίπεδο ποιητικής έκφρασης, οικείο στο δέκτη και εύκολα προσλήψιμο. Η τεχνική αυτή, που συνιστά ένα συνδυασμό μίμησης και πρωτοτυπίας, διευκολύνει τη μνημοτεχνική οικείωση της παράδοσης και ενθαρρύνει τη συμμετοχή κάθε μέλους της κοινωνίας, έστω κι αν δεν έχει -ή δεν έχει ακόμη- αποκτήσει ιδιαίτερες ικανότητες στην ποιητική σύνθεση.

Έτσι λ.χ. η παράδοση προσφέρει στερεότυπους εναρκτικούς στίχους, από σημασιακή άποψη συμβατικούς, ώστε να είναι προσαρμόσιμοι στα πιο διαφορετικά περιεχόμενα. Τέτοιους εναρκτικούς στίχους έχει στη διάθεση του ο χρήστης για να πετύχει την αναγκαία ομοιοκαταληξία με το 2ο στίχο, όπου θ’ αναπτύξει το θέμα:

 

- Μια μαντινάδα θε να πω απάνω στο κεράσι,

να ζήσει η νύφη κι γαμπρός, να ζήσει να γεράσει.

 

- Μια μαντινάδα θε να πω απάνω στο λεμόνι,

να ζήσει ο νεοφώτιστος και η παρέα όλη.

 

- Μια μαντινάδα θε να πω κι ένα μαντιναδάκι,

στα σίδερα με βάλανε για το Κατερινάκι.

 

- Μια μαντινάδα θε να πω έτσι για χάρη γούστου,

να χέσω και το Μεταξά και την Τετάρτη Αυγούστου.

 

Ανάλογα προσφέρονται και στερεότυποι στίχοι γνωμικού χαρακτή­ρα, που μπορούν ν' αποτελέσουν έναν πρώτον όρο σύγκρισης και να φτιά­ξουν, μαζί με το 2ο στίχο, ένα σχήμα συμβατικής παρομοίωσης:

 

- Με τον αέρα πέφτουνε τσ' αμυγδαλιάς τα φύλλα,

λιγόστεψε μου τσι μαθιές, κι εξέβγαλές με, σκύλα.

 

- Στάλα τη στάλα το νερό το μάρμαρο τρυπά το,

το πράμα που μισά κιανείς γιαγιέρνει κι αγαπά το.

 

Το σχήμα της παρομοίωσης, με ανάπτυξη του 2ου όρου σύγκρισης στον 1ο στίχο και του 1ου όρου στο 2ο στίχο, είναι ένα συνηθισμένο σχήμα οργάνωσης των περιεχομένων της μαντινάδας:

 

- Ως είν’ ο ουρανός ψηλά κι η γης θεμελιωμένη,

έτσά ‘ναι κι η γι’ αγάπη μου σε σένα μπιστεμένη.

 

- Ως τρέχει το κρυγιό νερό στη γης και δε βρουχάται,

να τρέξει ετσά το αίμα του απ’ αγαπά κι αρνάται.

 

- Ως είν’ η νύχτα η σκοτεινή, π’ ούλα τα κάνει μαύρα,

ετσά ‘ναι κιόλας η καρδιά σαν την πλακώσ’ η λαύρα.

 

Η συνήθεια της χρήσης στερεότυπων εναρκτικών στίχων, από μνημοτεχνική βοήθεια μεταβάλλεται σε επίδειξη δεξιοτεχνίας: δυνατότητα να φτιάχνεις διαφορετικές μαντινάδες χρησιμοποιώντας τον ίδιο λογότυπο στην αρχή:

 

- Στην πόρτα τση παράδεισος εκειά σε θέλω να 'σαι,

να λέω ’γώ τα πάθη μου κι εσύ ν' απηλογάσαι.

 

- Στην πόρτα τση παράδεισος εκειά θα σ’ ανιμένω

κι α δε σε δώ να μπεις κι εσύ μούδε κι εγώ δεν μπαίνω.

 

- Όσο που νά ‘χω την πνοή, ετσά που είμαι θά ‘μαι.

Μόνο κομμένη κεφαλή μπορεί να σκύψει χάμαι.

 

- Όσο που νά ‘χω την πνοή, δε θα το βάλω κάτω

Γεννήθηκα να πολεμώ με τσ’ άντρες των αρμάτω[5]

 

- Χαρώ τα τα βυζάκια σου τα μοσκομυρισμένα,

σα δυο λεμόνια στο κλαδί, έτσα ‘ναι ταιριασμένα.

 

- Χαρώ τα τα βυζάκια σου τσ’ αθρώπους πώς τροζαίνουν,

όντε στο δρόμο πορπατείς κι ανεβοκατεβαίνουν.

 

- Χαρώ τα τα βυζάκια σου κι ας τά ‘χα μαξιλάρι,

δε θα φοβούμουνε ποτές ο Χάρος να με πάρει.

 

Χαρακτηριστικά για την τεχνική της μαντινάδας, όπως δείχνουν και τα παραδείγματα, είναι τα έτοιμα ημιστίχια, που μπορούν να ταιριάσουν με τα πιο διαφορετικά συμφραζόμενα. Πρόκειται συνήθως για ιαμβικούς οκτα­σύλλαβους, πρώτα ημιστίχια 15συλλάβου, που χρησιμεύουν για υλικό αυτοσχεδιασμού:

 

- Απόψε σ’ ονειρεύτηκα κι αγκάλιασα τα ρούχα.

Κρίμας τον ύπνο πού 'χασα και τη χαράν απού ‘χα.

 

- Απόψε σ’ ονειρεύτηκα, χαρώ το τ’ όνειρο μου,

πως είχες τα χεράκια σου καδένα στο λαιμό μου.

 

- Τση θάλασσας τα κύματα όξω χτυπούν στην ξέρη,

αγάπη που χω απάνω σου ένας θεός το ξέρει.

 

- Τση θάλασσας τα κύματα πατώ και δε βουλιούνε,

σα θέλω ‘γω να σ' αγαπώ, κιανένα δε φοβούμαι.

 

- Θαμάζομαι όντεν πορπατείς πώς δεν αθούν τα δέντρη,

πώς δε ραΐζουν τα βουνά, μοναχογιέ κι αφέντη.

 

- Θαμάζομαι όντεν πορπατείς πώς δεν αθούν οι ρούγες

και πώς δε γίνεσαι-ν-αιτός με τσι χρουσές φτερούγες[6]

 

Η στιχουργική φόρμα της μαντινάδας είναι -καθώς ξέρομε- δυο ιαμ­βικοί 15σύλλαβοι με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Έτσι, η σύνθεση της μα­ντινάδας συνδέεται με ορισμένους βασικούς κανόνες που διέπουν τη μορφο­λογία του διστίχου και αφορούν τη σχέση της μετρικής μορφής με το νοημα­τικό περιεχόμενο του στίχου. Προκαταρκτικά επισημαίνουμε ότι ο δεκαπε­ντασύλλαβος είναι ο μεγαλύτερος στίχος που χρησιμοποιεί ο λαός στα τρα­γούδια του και αντιστοιχεί περίπου στα όρια μιας ανθρώπινης αναπνοής. Ο ιαμβικός ρυθμός βρίσκεται πολύ κοντά στο ρυθμικό κυμάτισμα της ελληνι­κής προφορικής γλώσσας[7]. Είναι λοιπόν φυσικό ο ιαμβικός δεκαπεντασύλ­λαβος να αντιστοιχεί προς την έκταση μιας συνηθισμένης φράσης με ολοκληρωμένο νόημα. Πράγματι, κάθε στίχος ταυτίζεται στο δημοτικό τραγούδι με μια μικρή περίοδο λόγου, που μπορεί να αποτελείται από μια, δυο ή και περισσότερες προτάσεις, κύριες και δευτερεύουσες. Ο διασκελισμός του νο­ήματος από τον ένα στίχο στον άλλο (μετρικός διασκελισμός) είναι αδιανόη­τος για το λαϊκό αισθητήριο. Αυτή η απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα στο νόη­μα και στη μετρική μορφή ονομάζεται "νόμος της ισομετρίας" και εκφράζει το αίσθημα αυστηρής ισορροπίας και συμμετρίας που διέπει τη λαϊκή ποίη­ση. Παραδείγματα:

 

- Να σε χαρώ όντεν έρχεσαι ‘που το νερό δρωμένη

και είσαι του ήλιου κόκκινη και του φιλιού γραμμένη.

 

- Δεν έχει η αγάπη σύνορα, δεν τήνε πιάνει νόμος,

όπου περάσει και διαβεί είν’ ανοιχτός ο δρόμος.

 

- Άχι και να νταμώναμε σ’ ένα στενό τα δυό μας

και το στενό νά ‘ναι φαρδύ να βάνει το καημό μας.

 

- Άχι και νά ‘μουνε κορφή και κείνη νά ‘ναι χιόνι

και μέσα στην αγκάλη μου σιγά σιγά να λιώνει.

 

Οι εξαιρέσεις απ’ αυτό τον κανόνα, που θα μπορούσε κανείς να επι­σημάνει, είναι φαινομενικές. Συμβαίνει δηλαδή πολλές φορές κάποιο συντα­κτικό μέλος (υποκείμενο, αντικείμενο, προσδιορισμός, δευτερεύουσα πρότα­ση) να ξεχωρίζει και να αναπτύσσεται καλύπτοντας ένα ιδιαίτερο στίχο. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η αυτόνομη ανάπτυξη του μέλους είναι τέτοια που να δημιουργείται ένας στίχος με σχετική νοηματική ανεξαρτησία, χωρίς από την άλλη να διασπάται η ενότητα της φράσης, που ολοκληρώνεται στα ευρύτερα πλαίσια του διστίχου. Ο φαινομενικός αυτός διασκελισμός υπηρετεί πάντοτε ένα συγκεκριμένο αισθητικό στόχο: την απομόνωση και προβολή ενός σημα­ντικού στοιχείου από το νόημα της φράσης:

 

- Χίλια καλώς το βρήκαμε του φίλου μας το σπίτι,

απού ‘χει τον αυγερινό και τον αποσπερίτη.

 

- Να πας να πεις τση μάνας σου, να κάμει κι άλλη γέννα

να κάψει κι αλλωνώ καρδιές, ως έκαψε κι εμένα.

 

- Επλήγωσές με, άπονη, σαν το πουλί στα δάση,

που το πληγώνει ο κυνηγός και πέφτει και ταράσσει.

 

- Ποιος ουρανός ποια θάλασσα ποια λίμνη παγωμένη

θα μου τη σβήσουν τη φωθιά που μού ‘χεις αναμένη!

 

 

Ο νόμος της ισομετρίας εφαρμόζεται σε μεγάλο βαθμό και στο εσω­τερικό του στίχου, ανάμεσα στα ημιστίχια, από τα οποία το καθένα έχει μια σχετική αυτονομία νοήματος:

 

- Με τον αέρα σου πετώ, με το κορμί σου στέκω,

με τη ζωή σου πορπατώ και με το φως σου βλέπω.

 

- Πώς ρέγομαι να πορπατείς κι εγώ να σε ξανοίγω,

πού ‘ναι το νάζι σου πολύ και το κορμί σου λίγο.

 

- Πάντα με φτάνει ο έρωντας, όσο πολύ κι αν τρέχω,

γιατί ‘ναι κείνος φτερωτός, μα γω φτερά δεν έχω.

 

- Ειν’ όμορφη κι είμ’ άσκημος, μικρή κι είμαι μεγάλος·

και δε με φτάνουν όλ’ αυτά, είναι στη μέση κι άλλος.

 

 

Η κατανομή του νοήματος μέσα στο στίχο σχετίζεται άμεσα με τη μορφολογία του δεκαπεντασύλλαβου, δηλ. με το χώρισμα σε ημιστίχια, την έκταση των ημιστιχίων και με τη σχέση ανάμεσα τους. Η παράδοση διαμόρφωσε τυπικά εκφραστικά ζεύγη, ταυτολογικά, αναλογικά, αντιθετικά, συγγενικά, που κατανέμονται συνήθως στα δύο ημιστίχια και χρησιμεύουν για την κλιμάκωση του νοήματος και το ισοζύγισμα του στίχου. Τέτοια ζεύγη, που τα συναντούμε προπάντων στα αυτοσχέδια δίστιχα, είναι τα ακόλουθα: μάτια-φρύδια, χείλη-μάτια, μέση-κορμί, ουρανός-γη, βράδυ-πρωί, χαίρομαι-κλαίω, φίλοι-οχτροί, δέντρο-καρπός, κ.τ.ό.

 

- Δεν είδα μάθια όμορφα, φρύδια καμαρωμένα

- Αυτά τα φρύδια τα σμιχτά, τα ζαχαρένια μάθια

- Τα δυό μου χείλη μη ρωτάς, τα δυό μου μάθια ρώτα

- Σα δαχτυλίδι η μέση σου, σα βίτσα το κορμί σου

- Οντέ βραδιάζει χαίρομαι, σαν ξημερώνει κλαίω

- Μισεύγω, φίλοι, κλαίτε με, κι εσείς, οχτροί, χαρείτε

- Μοιάζει δεντρί που μαραθεί και μπλιο καρπό δεν κάνει

 

Μια άλλη τεχνική, χαρακτηριστική της μαντινάδας, είναι ο ισομετρικός παραλληλισμός: εκφράσεις σημασιακά ισοδύναμες ή ταυτόσημες κατανέμονται στα δύο ημιστίχια και συνθέτουν φόρμες παραστατικής έντασης και αυστηρής συμμετρίας:

 

 

- Ο πόνος σού ήταν πόνος μου, τα δυό ‘χαμ’ έναν πόνο

- Ο χωρισμός είναι πληγή, μες στην καρδιά μαχαίρι

- Εις την πληγή άλλη πληγή, στον πόνο άλλο πόνο

- Ποιος είδε πόνο να πονεί, πόνο να θανατώνει

 

Ένας άλλος, συνήθης τρόπος οργάνωσης είναι η αντιθετική ή αντιφατική συνάρτηση:

 

Όντεν περάσω και σε δω στην πόρτα ακουμπισμένη

τα δυό μου πόδια παν’ ομπρός κι ο νούς μου πίσω μένει.

 

Ο Έρωντας κι ο Χάροντας, οι δυο με πολεμούνε,

το Χάροντα ενίκησα, τον Έρωντα φοβούμαι.

 

Στο μάρμαρο του τάφου μου θα ζωγραφίσω σένα,

Να σε θωρούν τα μάθια μου αν είναι και κλεισμένα.

 

Απού τα λόγια σου γροικά και τα’ όρκους σου πιστεύγει

στη θάλασσα πιάνει λαγούς και στα βουνά ψαρεύγει.

 

Μέσα στο χιόνι καίγομαι και στη φωθιά μαργώνω

και στον αέρα βρέχομαι και στο νερό στεγνώνω.

 

 

Η μαντινάδα πολύ συχνά οργανώνεται με βάση τη διπλή ή τριπλή κλιμάκωση της έντασης:

 

Ο έρωντας εις την αρχή σφυρίζει πιπιρίζει,

μα σα ριζώσει στην καρδιά σαν το σπαθί θερίζει.

 

Σαράντα αγιοί βουηθάτε μου να μπω να τη φιλήσω

κι άλλοι σαραντατέσσερις να φέγγω να πορίσω.

 

Είσαι νερό στη δίψα μου, στην παγωνιά μου ζέστη,

στη Μεγαλοβδομάδα μου είσαι "Χριστός Ανέστη".

 

Τό ‘να μου χέρι στη φωθιά και τ’ άλλο στο μαχαίρι

γή θα καώ γή θα σφαγώ γή θα σε κάμω ταίρι.

 

 

Κάποτε η κλιμάκωση αναπτύσσεται σε περισσότερα μέλη, σπάζο­ντας τον κανόνα της συμμετρίας:

 

 

- Δεν κάθομαι, δεν πορπατώ, δε στέκω, δεν κοιμούμαι

δεν παίρνω μιαν αναπνοή δίχως να σου θυμούμαι.

 

- Ποιος άλλος από με μπορεί στον κόσμο να σου δώσει

μάτια καρδιά ζωή και φως κορμί κι αγάπη τόση;

 

- Δε με λυπάσαι, δεν πονείς, δε βλέπεις, δεν πιστεύεις

πως έλιωσα σαν το κερί κι ακόμη με παιδεύεις;[8]

 

 

Η υπερβολή των αισθημάτων και του πάθους είναι ένα χαρακτηριστικό της ερωτικής μαντινάδας, ιδιαίτερα σε ορισμένες πεδινές και ημιορεινές περιοχές της Κισάμου, της Κυδωνιάς, του Μεραμπέλου και της Σητείας όπου περισσεύει η διονυσιακή ροπή, η οποία τροφοδοτεί υπερθετικές διατυπώσεις μεγάλης εκφραστικής τόλμης:

 

- Πάνω στα όρη στα βουνά φωθιά θα πάω ν’ άψω,

να βάλω τ’ άτυχο κορμί για σένα να το κάψω.

 

- Άνοιξε, πόρτα τ’ ουρανού να μεγαλώσει η πλάση,

να βρει ο σεβντάς μου περασά, τον κόσμο μη χαλάσει.

 

- Ποιος ημπορεί, ποιος δύνεται το χέρι του να βάλει

μέσα στα φύλλα τση καρδιάς, που σ’ έχω, να σε βγάλει;

 

- Κομμάθια να με κάμουνε, σαν το κουκκί το ρύζι

κι ο κόσμος ν’ ανεμαζωχτεί, δε μάσε ξεχωρίζει.

 

- Κομμάθια να με κάμουνε, ώς και την κεφαλή μου

σαν την καρπούζα θα τσουρλώ, να σ’ ακλουθώ, μικρή μου!

 

Εδώ πλέον βρισκόμαστε στη σφαίρα της πρωτότυπης δημιουργίας που υπερβαίνει όλες τις συμβάσεις και τα στερεότυπα της παράδοσης. Κάτω απ’ αυτές τις ιδιάζουσες συνθήκες, η μαντινάδα γίνεται πεδίο άσκησης εκφραστικής δεξιοτεχνίας. Μια εκδήλωση δεξιοτεχνίας είναι η συμπύκνωση σε δύο στίχους, μιας ολόκληρης μικρής ιστορίας:

 

Φεγγάρι, πού ‘σουνε παρόν όντε μ’ αποχαιρέτα,

εγρίκας ίντα μού ‘λεγε. Τ' αλλού που βρήκε, πέ τα.

 

Ο χωρισμός σου μ’  έφερε στα πρόθυρα τση τρέλας

και μού ‘πανε πως τό ‘μαθες’ κι αντί να κλαις, εγέλας.

 

Εγώ αγαπώ αγαπώ αγαπώ, μα κι όντε θα μισήσω,

χάμαι σφαμένη να σε δώ, βαστώ να μη δακρύσω.

 

 

Ωστόσο, η ευρηματική αυτή ελευθερία δεν μπορεί να θεωρηθεί πα­ραβίαση των αρχών της μαντινάδας, γιατί το είδος αυτό, τελετουργικό ως προς ορισμένες κοινωνικές λειτουργίες, αλλά και αυτοσχεδιαστικό ως προς άλλες, συμπεριλαμβάνει εξίσου μέσα στο πνεύμα του, την επίδειξη πρωτοτυ­πίας:

 

- Οι μαντινάδες θέλουνε άθρωπο να κατέχει

και γλώσσα να τσι πελεκά και νου να τσι ξετρέχει.

 

- Με τα κατσοπρινόφυλλα δεν κάνουνε ντολμάδες

και όσοι δεν κατέχουνε μη λένε μαντινάδες.

 

Εκεί όπου το πνεύμα του αυτοσχεδιασμού θριαμβεύει είναι οι "μαντιναδομαχίες" ή "φιλικά τσακώματα", μια πολύ παλιά συνήθεια, που γεμίζει τις ώρες σε μακρόσυρτα τελετουργικά γλέντια. Ο χαρακτήρας αυτών των δημόσιων ποιητικών διαγωνισμών μπορεί να είναι πειρακτικός ή επαινετικός και κάθε έμμετρη απάντηση αντλεί τη θεματική της από κείνη στην οποία επιχειρεί ν’ απαντήσει. Νικητής αναδείχνεται εκείνος που "θ’ αποστομώσει" τον άλλο. Κι αυτό συνήθως συνδυάζεται με πρωτότυπες κι ευρηματικές μαντινάδες, στις οποίες είναι δύσκολο ν' απαντήσει κανείς με το έτοιμο υλικό που του προσφέρει η παράδοση. Η συνήθεια αυτή συνιστά ένα φροντιστήριο πνευματικής ευστροφίας και ευρηματικότητας. Κάθε παρέκκλιση απ’ αυτόν τον κανόνα, κριτικάρεται με δηκτικότητα και χιούμορ:

 

- Αυτήνηνιά ‘πες κι ύστερα, αυτήνηνιά ‘πες πάλι,

και θα θαρρούν οι κοπελιές πως δεν κατέχεις άλλη.

- Τσι μαντινάδες απού λες τσί ‘λεγε κι ο παππούς μου,

μα κείνες απού λέω γώ, τσι βγάνω από το νού μου.

- Τσι μαντινάδες απού λές τσι κάτεχε η λαλά μου,

μα κείνες απού λέω γώ είν’ απού την κοιλιά μου.

 

Ωστόσο η ευρηματικότητα αναπτύσσεται εξίσου καλά πάνω σε δοσμένα θέματα, εναρκτικά ημιστίχια ή λογότυπους. Στην περίπτωση αυτή, η πρωτοτυπία έγκειται στις ανεξάντλητες θεματικές παραλλαγές του αρχικού κοινού θέματος:

 

 

- Αγάπη κάστρα καταλεί, μπεντένια ρίχνει κάτου,

και παλικάρια του σπαθιού τα ρίχνει του θανάτου.

 

- Αγάπη κάστρα καταλεί και τα θεριά μερώνει

κι εγώ την έχω στην καρδιά, πώς δε με θανατώνει!

 

- Αγάπη δεν εκάτεχα, γιατί ‘μουνε κοπέλι,

μα δά την εδοκίμασα, γλυκιά ‘ναι σαν το μέλι.

 

- Αγάπη δεν εκάτεχα, πρικιά ‘ναι γή γλυκιά ‘ναι,

μα δά την εδοκίμασα, θεοτική φωθιά ‘ναι.

 

 

Το ανάλογο ισχύει με το "σαρανταμαντίνιαδο" ή τα "εκατόλογα". Οι συνδαιτημόνες προκαλούν τον τραγουδιστή εκφέροντας έναν-ένα τους αρμούς, από το 1 έως το 40 ή, κατά περίπτωση, ως το 100. Ο τραγουδιστής ανταποκρίνεται με μαντινάδες που εμπεριέχουν τον αριθμό αυτό, κ.ο.κ.

 

Ένα.    - Ένα θ’ αρχίξω να σου πω με το δικό μου στόμα·

τα δυο βυζιά του κόρφου σου, δό μου κι εμένα τό ‘να.

Δύο.    - Δυο μάθια-ν-έχεις, κοπελιά, και δυο βυζιά στον κόρφο,

καλύτερα μυρίζουνε κι απ’ τον ακράτο μόσκο.

Τρία.   - Τρία 'ν' τα φύλλα της καρδιάς που μού ‘χεις μαραμένα,

και τ’ άλλα δυο μού τ’ άφηκες κι εκείνα κεντημένα.

(Μ. Λιουδάκη, 318.19Α΄)

 

Υπάρχει μια κατηγορία μαντινάδες που ξεχωρίζουν για τους απροσδόκητα πυκνούς συνδυασμούς λεκτικών σχημάτων: παρηχητικές επαναλήψεις, λογοπαίγνια, συμμετρικές και αντισυμμετρικές αντιθέσεις, αντιφατικές εκφράσεις και κλιμακώσεις παραστατικής έντασης:

 

- Αλλά ‘λεγες κι άλλά ‘κανες κι άλλά ‘πες κι άλλα κάνεις,

άλλα λογιάζεις κι άλλα λες κι άλλα στο νου σου βάνεις.

- Ανάθεμα σε ‘σέ κι εμέ και πάλι εμέ κι εσένα

και πάλι σένα μοναχή και μή κακό σ’ εμένα.

- Θέλεις με, θέλεις, θέλεις με, θέλεις με μα φοβάσαι,

να μ’  αγαπάς δε μ’ αγαπάς, να μ’ αρνηθείς λυπάσαι.

- Κλαίω πονώ, πονείς και κλαις, πονείς πονώ και κλαίω

και καίγεσαι και καίγομαι κι αθρώπου δεν το λέω.

- Λόγιά ‘πες κι είπασί μου τα κι αν τά ‘πες γιάντα τά ‘πες,

απού σου φύσουνα της γης, μικιό μου, κι επροπάθιες.

- Μάθια μου, μάθια, μάθια μου, των αμαθιώ μου μάθια,

τα μάθια μου δεν είδανε σαν τα δικά σου μάθια.

- Μαύρο μου, μαύρο, μαύρο μου, μαύρο μου μαυροπούλι,

αγάπα με, να σκάσουνε στη γειτονιά μας ούλοι.

- Μπέρδε και μπέρδε και μπερδέ και μπερδεμένος είμαι

και στα σγουρά σου τα μαλλιά περιπλεγμένος είμαι.

- Μίλιε, μηλιά μου, μίλιε μου, μίλιε μου, κοπελιά μου,

κι απού ντα ψές τα μάρανες τα φύλλα τση καρδιάς μου.

- Μέσα στα διπλοτρίπλοκα στα διπλοτριπλωμένα,

θα μπω να διπλοτριπλωθώ, αγάπη μου, για σένα.

- Πονώ πονείς πονείς πονώ, πονώ πονείς πονούμε

έλα να σμίξομε τα δυο να γιατροπορευτούμε.

- Το δεν το θέλω θέλει με, το θέλω δε με θέλει,

και κιντυνεύγω κι αρρωστώ και κλαίω σαν κοπέλι.

- Τρώγω πεινώ, πίνω διψώ, νυστάζω δεν κοιμούμαι,

μα δε νυστάζω ξαγρυπνώ κι εσένα συλλογούμαι.

- Χαρώ το και χαρήνω το, χαρήνω το χαρώ το,

από τη χέρα το κρατώ και πάλι αναζητώ το.

- Χάρε μου, Χάρε, Χάροντα, Χάρε μου, Χάρε, Χάρε,

έλα το γρηγορήτερο και την ψυχή μου πάρε.

- Χαρά στη χάρη σας, βουνά, που Χάρο δε φοβάστε,

μον’ ανιμένετ’ άνοιξη να πρασινολογάστε.

 

 

Τα περίτεχνα αυτά εκφραστικά σχήματα βασίζονται στην αρχή του ισομορφισμού σημαινόντων και σημαινόμενων, που ευνοεί την ηχητική και ρυθμική ζωγραφική και συμβολισμό, τα οποία δημιουργούν επάλληλες συνδηλωτικές φορτίσεις και προσδίδουν στο ποιητικό μήνυμα τη μέγιστη δυνατή δραστικότητα. Η δραστικότητα βασίζεται στην κατασκευή του μηνύματος, που με την "υλικότητά" του πλήττει ταυτόχρονα και ισόρροπα τη νόηση, το συναίσθημα και τις αισθήσεις, προκαλώντας σύνθετα ερεθίσματα στο δέκτη, αισθητηριακά και ψυχοδιανοητικά. Τα σύνθετα αυτά ερεθίσματα, με τη ρυθ­μιστική παρέμβαση του νευρικού συστήματος (του "μεγάλου συμπαθητι­κού") ασκούν μια λειτουργία εναρμόνισης όλων των λειτουργιών του ανθρώπου, βιολογικών-ψυχικών-νοητικών, από την οποία απορρέει εκείνη η ψυχοσωματική ευφορία, που ονομάστηκε "κάθαρση" ή "αισθητική απόλαυση".

Τέτοιες αισθητικές κορυφώσεις φαίνονται απίστευτες για λαϊκή προφορική λογοτεχνία· και θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητηθεί η αυθεντικό­τητα τους, αν δεν ανήκαν σε μια ποιητική παράδοση χιλίων και πάνω χρόνων -ως είδος με τη σημερινή ομοιοκατάληκτη μορφή, πέντε τουλάχιστον αιώ­νων- που έχει συσσωρεύσει πολλών γενεών ευαισθησία, αισθητική πείρα και λαϊκή σοφία. Κι έτσι, στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινωνίας, γίνεται ένα μοναδικό σχολείο γλωσσικής και αισθητικής καλλιέργειας.

 

Η θεματολογία της μαντινάδας

Διατυπώσαμε την άποψη ότι η θεματολογία δεν προσφέρεται ως κριτήριο για έναν αυστηρό ορισμό της μαντινάδας. Είναι καιρός να δούμε τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτή η άποψη.

Στην παραδοσιακή εκδοχή της, η μαντινάδα εκάλυψε ολόκληρο τον ορίζοντα της αντίστοιχης αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Από την άποψη της κοινωνικής της λειτουργίας, ανέπτυξε την κατάλληλη θεματική για τα γλέντια και τους χορούς· για τις κοινωνικές τελετουργίες όπως η βάφτιση, ο γάμος και τα εποχικά τραγούδια (κλήδονας, κάλαντα)· για τις διάφορες αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες.

Από την άποψη της θεματικής, η παράδοση ανέδειξε ποικίλες κατηγορίες: μαντινάδες ερωτικές ή "της αγάπης" (με πολλές υποδιαιρέσεις όπως τα παινέματα της ομορφιάς, οι καημοί και τα βάσανα της αγάπης, οι μαντινάδες του χωρισμού, όρκοι, πείσματα, ευχές, κατάρες κλπ.), μαντινάδες της ξεφάντωσης, του χορού, ηρωικές, ιστορικές, της ξενιτιάς, γνωμικές, σατιρικές, ευτράπελες, "βωμολοχικές".

Ωστόσο, καθώς οι συνθήκες μεταβάλλονται και διευρύνεται ο ορίζοντας της εμπειρίας των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, η θεματολογία της μαντινάδας διευρύνεται αντίστοιχα, καλύπτοντας καινούριες γνωστικές περιοχές και διαμορφώνοντας νέες θεματικές κατηγορίες. Με την αστικοποίηση των αγροτικών πληθυσμών και την ενσωμάτωση της δημοτικής μουσικής στην αστική διασκέδαση, η μαντινάδα αποδείχτηκε η πιο δυναμική έκφραση της δημοτικής παράδοσης, καθώς εκάλυψε με πληρότητα ολόκληρη την κλίμακα από τον ορίζοντα του παραδοσιακού χωρικού ως τον ορίζοντα των νεοαστικών στρωμάτων, μεταφέροντας έτσι την αισθητική παράδοση αλλά και τα αξιολογικά κριτήρια του λαϊκού πολιτισμού της υπαίθρου σ’ ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Τέτοιες καινούριες ή ανανεωμένες θεματικές κατηγορίες έχομε καταγράψει σε παλαιότερες εργασίες μας[9]. Είναι α) οι ιστορικές ή ηρωικές μαντινάδες, που καλύπτουν όλες περίπου τις σημαντικές ιστορικές περιπέτειες του 20ού αιώνα, από τους αγώνες των Κρητικών για την απελευθέρωση των αλύτρωτων περιοχών (Μακεδόνικο και Ηπειρωτικό αγώνα, Βαλκανικούς Πολέμους, Μικρασιατικό πόλεμο) ως το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο (Αλβανία, Μάχη της Κρήτης, Αντίσταση), τον Κυπριακό Αγώνα κατά της αγγλοκρατίας (1955-59), τη Δικτατορία του ‘67, την τουρκική εισβολή στη Κύπρο, το πρόβλημα των ξένων Βάσεων, την ελληνοτουρκική κρίση στο Αιγαίο.

 

Για την Αντίσταση:

- Χριστέ μου, πώς μ’ αρέσουνε του Ψηλορείτη οι στράτες,

απού τσι πορπατούσανε την Κατοχή οι γι-αντάρτες.

- Τίμιε Σταυρωμένε μου, πού ‘ταν δική σου μέρα

και γιάντα δεν την έκοβγες του Γερμανού τη χέρα!

Για την Κύπρο:

- Η Κύπρος είν’ Ελληνική, πολιτογραφημένη

και είναι κρίμα απ’ το Θιό να μένει σκλαβωμένη.

Για τις ξένες Βάσεις:

- Παντέρμη Κρήτη, που ‘σουνε δασκάλα των αρμάτω

κι εδά ‘σαι χεροπόδαρα δεμένη από το ΝΑΤΟ.

Για την Αμερικανοσοβιετική κρίση του 1963:

- Ο Κρούτσεφ και ο Κένεντυ ένα σκοινί κρατούνε

μ’ αν το τσιτώσουν και κοπεί, κι οι δυο θα γκρεμιστούνε.

Για τη χούντα:

- Τσι χουντικούς βασανιστές δεν πρέπει να τα’ αφήσουν,

μον’ πρέπει για παράδειγμα στον τοίχο να τσι στήσουν.

Για το ηρωικό ήθος του τόπου:

- Η Κρήτη έχει διαφορά απ’ ούλους τσ’ άλλους τόπους,

Γιατ’ έχει αντάρτισσα καρδιά και κουζουλούς αθρώπους.

 

β) Σχετικές και κάποτε δυσδιάκριτες από τις ιστορικές είναι οι πολι­τικές μαντινάδες, που συχνά έχουν σατιρικό χαρακτήρα. Τέτοιες μαντινάδες έχομε από τον καιρό του Διχασμού σε μοναρχικούς και βενιζελικούς, ως την εποχή της παγκοσμιοποίησης:

 

- Κι εσύ, λαέ, που ψήφισες το Γούναρη και Ράλλη,

πήγαινε δά να πολεμάς το Μουσταφά Κεμάλη.

- Και άν το πει ο Λευτέρη μας, στον πόλεμο θα πάμε·

και αν το πει ο βασιλιάς εις το βουνό θα πάμε.

Για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη:

- Ο Ιησούς εις το Σταυρό το αίμα ντου το χύνει

κι εσύ κάτ’ απ' το τρίκυκλο, κι οι δυο για την ειρήνη.

Για το χουντικό "δημοψήφισμα" του 1973:

- Κρήτη μου, ο Βατόλακκος στάθηκε η πρεπιά σου,

αντρείστικα ψηφίσανε, να σώσουν τ’ όνομα σου[10]

Για το δημοψήφισμα του 1974 (καθιέρωση της αβασίλευτης δημοκρατίας):

- Ίντά ‘ναι τούτο το κακό και τ’ αναμπουμπουλούκι,

να κάτσουνε οι Λαϊκοί απάνω στο παλούκι[11]

Για το πρόγραμμα "Καποδίστριας":

- Ά δεν τη βρούνε γλήγορα του Βραχασιού τη λύση,

θα κάμει θαύμα ο θεός, το τούνελ να βουλίσει[12]

 

γ) Εξέλιξη μιας παραδοσιακής θεματικής κατηγορίας, που είχε στόχο να κολακέψει τον τοπικό πατριωτισμό (έπαινος χωριών και περιοχών), αποτελούν οι "τουριστικές μαντινάδες", που καλλιέργησαν οι λυράρηδες των αστικών κέντρων και οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στη λογική της διαφήμισης (αναφορά σε αξιοθέατα, τουριστικά κέντρα και τοπικά προϊόντα):

 

- Τση Σαμαριάς το πέρασμα και τ’ Ομαλού τα μέρη

αυτά τα δυο όποιος δε δει, την Κρήτη δεν την ξέρει.

- Αν τρώτε λάδι κρητικό, πού ‘ναι χωρίς οξέα,

τα όργανα σας γενικώς θα λειτουργούν ωραία.

- Νά ‘μουν γεράκι στα Σφακιά κι αϊτός στον Ψηλορείτη,

αγρίμι στα φαράγγια σου, να σε χορταίνω, Κρήτη.

 

Προέκταση αυτής της κατηγορίας είναι οι μαντινάδες που χαράσσονται πάνω στα κρητικά μαχαίρια που προορίζονται για την τουριστική αγορά[13].

 

Είμαι μαχαίρι κρητικό, όπλο τιμής κι αντρείας,

μα είμαι και ενθύμιο παντοτεινής φιλίας.

 

Η φόρμα της μαντινάδας φαίνεται να ξαναπαίρνει, στην εποχή μας, τη λειτουργία που είχε στην παραδοσιακή κοινωνία, ως καθολικού εκφραστικού μέσου, που - εκφράζοντας μια παιγνιώδη διάθεση - υποκαθιστά κάθε μορφή επικοινωνιακού λόγου[14].

δ) Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατηγορίες είναι οι μαντινάδες που σατιρίζουν γεγονότα της επικαιρότητας, νέες μόδες, νέα ήθη, εντυπωσιακές κατακτήσεις της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας, οι οποίες τροφοδο­τούν συμπεριφορές "ανοίκειες" ή αντίθετες προς το αξιακό σύστημα του τοπικού πολιτισμού. Απέναντι σε τέτοια φαινόμενα, ο λαός της Κρήτης αντιδρά με αξιοθαύμαστη πνευματική εγρήγορση, ασκώντας με το καταλυτικό του χιούμορ, μια ενεργή και αδιάλειπτη πολιτισμική αντίσταση:

 

- Ετροζαθήκαν τα οζά και μπήκανε τη Χώρα

και πίνουνε καφέ φραπέ και λάιτ κόκα-κόλα.

 

- Θέ μου, λιγάκι αν ευκαιρείς, γράψε μου σε μιαν κόλλα

ίντά ‘ναι πιο χωνευτικό, σπράιτ ή κόκα-κόλα;

 

- Τράπεζες δεν εκάμανε σε τούτουσές τσι τόπους,

να καταθέσω τσι καημούς, να ζω από τσι τόκους.

 

- Αν αποθάνω, βάλτε μου το κινητό στο μνήμα,

μα μην το βάλετε βαθιά, γιατί δε θά ‘χει σήμα[15]

 

- Μόντεμ και υπολογιστή θα βάλω στο μιτάτο,

για να πουλώ στο Ιντερνέτ το γάλα των προβάτω.

 

- Μη βάλεις υπολογιστή οφέτος στο μιτάτο,

γιατί ‘ν’ η ογρασιά πολλή και το Ιντερνέτ χαλά το.

 

Τέτοιου είδους αντιδράσεις δείχνουν ένα λαό περήφανο και αυτάρκη, που πιστεύει στις αξίες του, που δεν "ξιπάζεται" με τα προϊόντα της καταναλωτικής κοινωνίας. Δεν οργίζεται, δε φανατίζεται, δεν αισθάνεται να απειλείται. Απέναντι στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης, έχει μια αίσθηση αυτοπεποίθησης και υπεροχής, που εκδηλώνεται με την εύθυμη διάθεση και την ευρηματική σάτιρα. Και δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο ότι είναι έτοιμος και ικανός, παίζοντας και διασκεδάζοντας, να υπερασπισθεί την πολιτισμική του ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Παράλληλα δείχνει και κάτι άλλο· ότι η μαντινάδα εκφράζει με έναν τρόπο άμεσο και αξιόπιστο, το ήθος του κρητικού λαού. Με την εξέταση αυτού του ήθους ταιριάζει να κλείσομε αυτή την αναγκαστικά συνοπτική ανάλυση μας.

Η θεωρία του πολιτισμού έχει αναδείξει ορισμένες σχέσεις στρατηγικής σημασίας, που μας επιτρέπουν να ανασυνθέσομε το κοσμοείδωλο και το αξιακό σύστημα ενός πολιτισμού. Θεμέλιο του πολιτισμικού προτύπου της παραδοσιακής κοινωνίας είναι η σχέση ενότητας του ανθρώπου με Φύση. Στο μυθικό επίπεδο η ενότητα αυτή εκφράζεται ως σχέση μάνας γιού:

 

- Ώ ουρανέ, πατέρα μου, και γης, μάνα γλυκιά μου,

και ποταμοί και θάλασσα, πάρτε τα βάσανα μου!

(Λιουδάκη 1936: 103.76)

 

Τα στοιχεία και τα πλάσματα της φύσης είναι το άμεσο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον του ανθρώπου. Υπάρχει μια σχέση οικειότητας, που εκδηλώνεται με το διάλογο, τα παράπονα, τις παραγγελιές:

 

- Φεγγάρι, ξόμπλι τ’ ουρανού κι άστρη μου φιλντισένια,

έχετε σεις από ψηλά τσ’ αγάπης μου την έννοια.

 

Στο εικονοπλαστικό επίπεδο, η φύση αποτελεί το σταθερό πρότυπο του ανθρώπου· το πρότυπο του κάλλους, πρώτα απ’ όλα:

 

- Οντό σ’ εγέννα η μάνα σου ο ήλιος εκατέβη

και σού ‘δωκε τα κάλλη ντου και πάλι μετανέβη.

- ‘Πό μήλο πήρες μυρωδιά κι απού το ρόδο ρέγκι,

κι αν είσαι και στα σκοτεινά, ούλος ο κόσμος φέγγει.

- Επήρες όψη του ρογδιού και ασπράδα απού το χιόνι

κι επήρες καμαρόφρυδο απού το χελιδόνι.

 

Αλλά η φύση προσφέρει επίσης το μέτρο σύγκρισης για τα αισθήμα­τα, τα πάθη, τις ιδιότητες και τις συμπεριφορές του ανθρώπου:

 

- Οντέ σου θέλω θυμηθεί τρέμει η καρδιά μου τρέμει,

ωσάν το φυλλοκάλαμο που το φυσού οι γι-ανέμοι.

- Αγάπη πού ‘ρθε πάρωρα σα μήλο δίφορό ‘ναι,

απού ‘πομένει στα κλαδιά και τα πουλιά το τρώνε.

- Να κάμω θέλει ταραχή σαν τον κακό Γενάρη,

να ρίξω χιόνια και νερά, άλλος να μη σε πάρει.

- Του Μάρτη μοιάζ’ η γνώμη σου, μια βρέχει και μια λιάζει,

τη μια μου λες πως μ’  αγαπάς, την άλλη δε σε νοιάζει.

 

Η πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στις φυσικές και τις κοινωνικές αξίες διατυπώνεται ως μια απλή και αυτονόητη αρχή:

 

- Ήμουνε κράχτης πετεινός κι εδά στα γεραθιά μου

να με τζιμπούν οι γι-όρνιθες δεν το βαστά η καρδιά μου.

 

- Μη με παρεξηγήσετε, καλές νοικοκεράδες,

πετειναράκι είμαι κι εγώ και κυνηγώ πουλάδες.

 

Όλες οι αξίες μετριούνται με το μέτρο της φύσης:

- Οντό γελάς πέφτουν αθοί κι οντό μιλήσεις ρόδα

- Οντό μιλείς πέφτουν αθοί κι οντό γελάς κανέλα

- Οντό μιλείς μιλούν πουλιά, γλυκολαλούν τ’ αηδόνια

- Οντό γελάς γελούν βουνά, γλυκομηλιές αθίζουν.

 

Μέσα σ' αυτή την εικονοπλασία άνθρωπος και φύση δεν ξεχωρί­ζουν, αντίθετα, συνιστούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα, μια ταυτότητα που έχει αποκρυσταλλωθεί σε παραδοσιακούς ποιητικούς κώδικες όπως κόρη=λεμονιά / μηλιά / κυπαρισσάκι, νέος=αϊτός / βασιλικός πλατύφυλλος κ.τ.ό.

 

- Κοντή, σγουρή μου λεμονιά και φουντωτή μου βιόλα

- Σγουρό βασιλικάκι μου, σγουρά ‘ναι τα κλαδιά σου

- Νεραϊδοποταμίδα μου και με τσ’ αθούς μηλιά μου

- Άσπρης μυρθιάς μυρτόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο

- Άσπρη φουντάνα του νερού και κρουσταλλένια βρύση

- Λιγνό κυπαρισσάκι μου, πότισμα θέλεις λίγο

- Βασιλικέ πλατύφυλλε και μακροκοντυλάτε

- Πού ‘σουν πουλί μου των πουλιώ, πού ‘σουν, χρυσόφτερέ μου

 

Την αίσθηση της πλήρους ταύτισης εκφράζουν χαρακτηριστικά ορισμένες τολμηρές μεταφορικές εικόνες, όπου ο άνθρωπος φαίνεται να υποκαθιστά τη φύση και να παρεμβαίνει στις λειτουργίες της:

 

- Λιγνό κυπαρισσάκι μου, σείσου και βγάλε αέρα,

να κελαϊδήσουν τα πουλιά, να ξημερώσει η μέρα.

 

Η φύση εμφανίζεται ως ένας επίγειος παράδεισος, αποκλειστική περιοχή ευδαιμονίας και ολοκλήρωσης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν επιζητεί τίποτ’ άλλο, έξω από την εγκόσμια ζωή:

 

- Ο Κάτω κόσμος νά ‘τονε γλυκύς σαν τον Απάνω,

ποτέ δεν εφοβούμουνε πως ήθελ’ αποθάνω.

- Να κάτεχα η παράδεισος πως είναι σαν τη Στεία,

χαλάλι και οι προσευχές, χαλάλι κι η νηστεία.

 

Όπως έχομε αναπτύξει αλλού[16], στο δημοτικό τραγούδι δεν υπάρχει θεωρία θανάτου, που να καθιστά κατανοητή και αποδεκτή την ιδέα της μεταθανάτιας ζωής.

 

- Δε θέλω ‘γω παράδεισο μουδ’ άγιους ν’ αγιάσω,

μα θέλω το κορμάκι σου σφιχτά, να τ’ αγκαλιάσω.

 

Όλες οι αξίες βρίσκονται σ’ αυτό τον κόσμο, πηγάζουν από τις φυσικές αξίες, τις οποίες ο άνθρωπος καλείται να χαρεί:

 

- Χαρείτε, νιοί, χαρείτε, νιές, τα δροσερά σας νιάτα,

γιατί περνούν και χάνουνται, φεύγουν, ανάθεμα τα.

- Χαρείτε, νιοί, χαρείτε, νιές κι η μέρα όλο βραδιάζει

κι ο Χάροντας τις μέρες μας καλά τις λογαριάζει.

- Απού ‘ναι νιός και δεν πετά σαν του βοριά το νέφι

ίντα τη θέλει τη ζωή στον κόσμο να την έχει!

 

Ένα χαρακτηριστικό θεματικό στοιχείο της παραδοσιακής μαντινάδας είναι η ιδέα πως όποιος απολαμβάνει φυσικές αξίες (όπως η ομορφιά της κόρης), εξασφαλίζει την αιώνια νεότητα, μια εγκόσμια αθανασία:

 

- Βίτσα κυπαρισσοβίτσα, ‘πού τον κυπαρισσώνα,

όποιος σε πάρει δε γερνά ποτέ ντου στον αιώνα.

 

- Το χέρι σου το παχουλό να τό ‘χα μαξιλάρι

ποτέ δε θα φοβόμουνα το Χάρο να με πάρει.

 

Η αντίληψη πως σ’ αυτό τον κόσμο βρίσκονται όλες οι αξίες αποτυ­πώνεται σ’ ένα διαχρονικό ελληνικό κώδικα, που ανάγεται στην αρχαιότητα και που τροφοδοτεί μια πλούσια εικονοπλασία μέσα στο δημοτικό τραγούδι και ιδιαίτερα στη μαντινάδα. Ο κώδικας αυτός βασίζεται στην ταυτότητα κάλλος=αγαθό[17], που στη λαϊκή αντίληψη συνδέονται με μια αναγκαστική συνάρτηση· όπου υπάρχει η ομορφιά, υπάρχει αυτονόητα και η καλοσύνη και αντίστροφα. Οι ηθικές και οι αισθητικές αξίες πάνε μαζί:

 

 

- Άγγελος είσαι, μάθια μου, κι αγγελικά ξανοίγεις,

κι αγγελοβάρσαμο βαστάς κι όπου κι αν πας μυρίζεις.

 

Ο κώδικας αυτός χρησιμοποιείται προπάντων για τον έπαινο της ο­μορφιάς, τόσο της γυναικείας όσο και της αντρικής. Η έξαρση της ομορφιάς σε υπερθετικό βαθμό επιτυγχάνεται μέσα από την παραβολή της με τη θεό­τητα:

 

- Όντεν προβάλεις και σε δω στο παραθύρι απάνω,

θαρρώ πως είσαι Παναγιά και το σταυρό μου κάνω.

- Στη γειτονιά που κάθεσαι δεν πρέπει μοναστήρι,

γιατί ‘σαι συ το κόνισμα και το προσκυνητήρι.

 

Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό προεκτείνεται, όπως βλέπομε, στην ταύτιση του κάλλους με το ιερό και το θείο. Και η έκφραση της λατρεί­ας μεταφέρεται έτσι από το φορέα του θείου (άγγελος, Παναγία) στο φορέα του κάλλους (το αγαπημένο πρόσωπο):

 

- Όλοι έχουνε κονίσματα και προσκυνούν απάνω,

μα γω στα μάθια σου τα δυο την προσευχή μου κάνω.

- Υπάρχουνε πολλοί θεοί, μά ‘ναι θεοί του κόσμου,

όμως για μένα είσαι σύ μοναδικός θεός μου.

 

Συμπερασματικά, διαπιστώνομε ότι στην παραδοσιακή μαντινάδα, ο κώδικας κάλλος=αγαθό ενσωματώνει τις συναφείς εξισώσεις αγαθό=θείο και κάλλος=θείο. Η τελευταία αποτυπώνεται στη θαυμαστική έκφραση «θεός ξεβράκωτος», που καθιστά διαφανή την αρχαία καταγωγή του κώδικα: ξε­βράκωτοι ήταν οι αρχαίοι θεοί, που συνδύαζαν χαρακτηριστικά τις ιδιότητες κάλλος-αγαθό-θείο. Σ’ αυτή την τριπλή εξίσωση στηρίζεται μια πλούσια εικονοπλασία, που υμνεί τη φυσική ομορφιά με εξιδανικευτικές μεταφορές και παρομοιώσεις. Στην εικονοπλασία αυτή το αγαθό γίνεται κριτήριο του κάλλους και το κάλλος κριτήριο του αγαθού. Πρόκειται για έναν κώδικα που υλοποιεί τη σύνθεση που υπερβαίνει τη μανιχαϊστική αντίθεση σώμα vs ψυχή, αναγνωρίζοντας το κάλλος ως αξία ηθική (η αντίστοιχη θέση της ελληνορθόδοξης θεολογίας είναι ότι το σώμα είναι ιερό και όχι περιφρονητέο γιατί είναι ο ναός της ψυχής). Έτσι, αποκαθίσταται η ενότητα υλικού κ πνευματικού κόσμου, στοιχείο διακριτικό του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου.

Θα κλείσομε μ’ ένα ακόμη διακριτικό στοιχείο πολιτισμικής εντοπιότητας, που θα το συναντήσομε σ’ όλες τις εκφράσεις του παραδοσιακού λαϊκού πολιτισμού, αλλά προπάντων στα τραγούδια του Χάρου και στις μαντινάδες. Είναι η αντίληψη που ονομάσαμε «προμηθεϊκή ιδέα», από τον ήρωα της Αισχύλειας τραγωδίας, που ενσαρκώνει το μυθικό αρχέτυπο αυτής της ιδέας.

Υπάρχει μια μακρά παράδοση στη λογοτεχνία μας όπου ο άνθρωπος εμφανίζεται σε σχέση αντίθεσης ή άμεσης σύγκρουσης με το θεό, με τους θεϊκούς νόμους ή με τη θεία θέληση. Στη δημοτική ποίηση εμφανίζεται με ποικίλες ταυτόσημες μορφές, του ανταγωνισμού (αθλητικός αγώνας, ανταγωνισμός ομορφιάς), του «δόλου των θεών» και κυρίως με τη μορφή της πάλης του ήρωα με το Χάρο. Στην τελευταία περίπτωση, ο ήρωας αρνείται να παραδώσει την ψυχή του στον εντολοδόχο της Κοσμικής αρχής, το Χάροντα απορρίπτοντας τη θνητή μοίρα που του όρισε ο θεός και διεκδικώντας την επίγεια αθανασία.

Αυτή η εκδοχή της προμηθεϊκής ιδέας αποτελεί ένα από τα προσφιλή θέματα της μαντινάδας, ιδιαίτερα στο χορό και στο γλέντι, όπου η απόρριψη του θανάτου εκφράζει την απόλυτη προσήλωση του λαού στο αγαθό της ζωής και στις αντίστοιχες φυσικές αξίες:

 

- Μα κι ο θεός είν’ άδικος κι εγώ θα τ’ αποδείξω,

τη νιότη που μας έδωσε γιάντα την παίρνει πίσω!

- Κόντρα θα πάω του θεού, να τόνε ταραχίσω,

τη νιότη που μου χάρισε δεν τη γιαγέρνω πίσω.

- Χαίρεστε, νέοι, χαίρεστε, χαίρεστε, παλικάρια,

μα ‘γώ του Χάρου τού ‘βάλα σίδερα στα ποδάρια.

 

 

Η αντίληψη αυτή χαρακτηρίζει προπάντων την τοπική κουλτούρα της Κρήτης, όπου βρίσκει τις πιο πυκνές και εμφαντικές εκφράσεις. Τέτοια η αξίωση του Διγενή στο γνωστό ριζίτικο της Δυτικής Κρήτης ν’ ανεβεί στον ουρανό και να υποκαταστήσει τον ίδιο το θεό στο ρόλο του (: «να δώκω σείσμα τ’ ουρανού, να βγάλει μαύρο νέφι»). Το ήθος αυτό αποτελεί τη μυθική έκφραση του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, δηλ. της πίστης στην ανθρώπι­νη ακεραιότητα και αξιοπρέπεια. Σ’ αυτή την αξιοκρατία η υποταγή και η ταπείνωση δεν αποτελούν αξίες. Ο λαός μας πιστεύει στο θεό, τον σέβεται, τον επικαλείται στην ανάγκη του, αξιώνει τη βοήθεια του, αλλά αρνείται να ταπεινωθεί, να θυσιάσει τον αυτοσεβασμό του. Αντιμετωπίζει το θεό με ό­ρους ισότητας και αμοιβαιότητας. Και απορρίπτει χωρίς δισταγμό εκφάνσεις του θείου νόμου ή της θείας θέλησης, που εκτιμά ότι παραβιάζουν τα αξιακά του πρότυπα.

Η στάση αυτή συναρτάται με έναν άλλο κώδικα του τοπικού πολιτι­σμού, που είναι η αντιθετική σχέση ανάμεσα στο νόμιμο και το δίκαιο. Το νόμιμο εκφράζει τη βούληση της (θείας ή ανθρώπινης) εξουσίας. Και η ε­ξουσία δε συμβιβάζεται με το δίκαιο. Είναι εξ ορισμού άδικη. Και ο άνθρω­πος που έχει αυτοσεβασμό δεν μπορεί να υπακούει στην εξουσία, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από το θεό. Αυτό είναι ένα από τα διακριτικά γνωρίσμα­τα του ελληνικού πολιτισμικού προτύπου. Απέναντι, λ.χ. στη συμπεριφορά του Αβραάμ, που θυσιάζει αδιαμαρτύρητα το μοναχογιό του για να υπακού­σει στην εντολή του θεού του, αντιπαραθέτει τον Προμηθέα, που έρχεται σε σύγκρουση με τη θεϊκή βούληση, προκειμένου να ευεργετήσει τους ανθρώ­πους. Πρόκειται για δύο εντελώς αντίθετα μεταξύ τους πολιτισμικά μοντέλα.

Και είναι φανερή η αξία που αποχτά το τοπικό πολιτισμικό μοντέλο σε μια εποχή, που διάφορες αυτόκλητες, υπερεθνικές και αλλότριες εξουσίες επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους συμφέρον ως Παγκόσμια νομιμότητα, καταπατώντας τις οικουμενικές αξίες που καθιέρωσαν αιώνες πολιτισμού.

Απέναντι σ' αυτή την ιστορική πρόκληση, ο λαός μας - χάρη στην πολιτισμική του παράδοση - βρίσκεται σε ετοιμότητα ν’ απαντήσει, χρησι­μοποιώντας τη φόρμα της κρητικής μαντινάδας:

 

- Η παγκοσμιοποίηση την Κρήτη δεν την πιάνει,

γιατί σε κάθε εποχή νέα φυντάνια βγάνει.

 

Νά λοιπόν που η μαντινάδα αποδείχνεται ο θεματοφύλακας και ταυ­τόχρονα η αιχμή του τοπικού πολιτισμού.

 

 

 

 

 

Ι.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ακαδημία Αθηνών, 1962. Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (Εκλογή), τ Α', εν Αθήναις.

Κωσταντίνος Αλιφιεράκης, Διαλεχτές μαντινάδες απ’ όλη την Κρήτη, Ηρά­κλειο Κρήτης (1967).

Σταμ. Αποστολάκης, 1993. Ριζίτικα. Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Αθήνα, Γνώση.

-          1994. Τα λαογραφικά του κρητικού μαχαιριού, Χανιά.

-          Ο Κυπριακός αγώνας (1955-59) στη δημοτική ποίηση της Κρήτης, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τεύχ. 27: 371-377.

-          Λαϊκοί ποιητές της Δυτικής Κρήτης στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, Χανιά 1982 : 65-76.

-          Η λαϊκή μούσα της Κρήτης για τον Ελευθέριο Κ. Βενιζέλο, Χανιώτικα Νέα, 15-16, 19-20.3.1986.

-          Λαϊκοί ποιητές και ριμαδόροι της Κρήτης για τη Μάχη και την Αντίσταση του νησιού (1941-1945), Χανιά 1989 : 77-99.

-          Γνωστοί ποιητές ριζίτικων τραγουδιών για τη Μάχη και την Αντίσταση της Κρήτης (1941-1945), Χανιά 1990 : 27-32.

Παντ. Βαβουλές, 1950. Ο Κρητικός Τραγουδιστής, Χανιά.

-          Του γάμου (μαντινάδες, τραγούδια, παροιμίες), Χανιά, ά.ε.

Μιχάλης Βαβουράκης, Κρητικές μαντινάδες και ρίμες, Αθήνα, εκδ. 2η βελτ. - επαυξημ., 1982.

-          Κρητικές μαντινάδες, ρίμες και ριζίτικα, 3η εκδ., βελτ. - συμπλ., 1992.

Εμμ. Βαρδίδης, Κρητικαί ρίμαι. Τά τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, "Εστία", εν Αθήναις 1888.

S.Βaιιd - Βοvy, 1961-62. La place des ριζίτικα τραγούδια dans la chanson populaire de la Grèce moderne. Πεπραγμένα Α' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Κρητικά Χρονικά, τ. ΙΕ-ΙΣΤ, τευχ III). Ηράκλειον (ανάτ. ).

-          La chanson crétoise de la «tavla», Πεπραγμένα Β' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Φιλ. Σύλλ. «Χρυσόστομος»), Αθήναι 1969: 114 - 120.

-          Chansons Populaires de Crète occidentale, Genève 1972.

Παύλος Βλαστός, Ο γάμος εν Κρήτη, εν Αθήναις 1893.

Γ. Βλαχάκης, Ποίημα Η Επανάστασις του Θερίσου υπό Γ.Β., Χανιά, τυπ I. Παπαδάκη, 1907 (φυλλ.).

Στ. Βλοντάκης, Η «οχυρά θέσις Κρήτης», Αθήνα 1976.

Δ. Βουτετάκης, Τραγούδια Κρητικά, ήτοι συλλογή ασμάτων, Χανιά 1904.

B. Bouvier, Δημοτικά τραγούδια από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων, εκδ. Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, αρ. 120, Αθήνα 1960.

Σπύρος Βρεττός, Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας ως κοινωνικό φαινόμενο, Αθήνα, Καστανιώτης, 1994.

Κανάκης Γερωνυμάκης, Νέος Μαντιναδολόγος, Ασφένδου, 1969.

Α. Γιάνναρης (: Jeannarakis), Άσματα Κρητικά μετά διστίχων και παροι­μιών (Kretas Volkslider) Leipzig 1876 (Neudruck: 1967).

Π. Γύπαρης - Χρ. Σταυρουλάκης, Κρητικοί Παλμοί. Αλεξάνδρεια 1943.

Γιάννης Δερμιτζάκης, Κρητικές μαντινάδες, Σητεία Κρήτης 1963.

-          Κρητικές μαντινάδες, Σητεία Κρήτης 1968.

-          Φιλοσοφία της ζωής, Σητεία Κρήτης, 1979.

-          Στον αιμοχαρή Κίσιγκερ. Η τουρκική απόβαση στην Κύπρο, Σητεία 1974 (φυλλ.).

Θ. Δετοράκης, 1976. Ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Ηράκλειον.

Δημοτικό Σχολείο Κριτσάς, «Άρχιζε γλώσσα μου, άρχιζε», επιμ. Δ. Κουτσελάκης - Γ. Πάγκαλου - Α. Πατεράκη, Δ. Σγουρός, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκη­ση Λασιθίου, 2000.

Μαν. Δουλγεράκης, Η χρονολόγηση του Κρητικού δημοτικού τραγουδιού, Πεπραγμένα Α ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, 1961-62: 66-77.

Αλεξ. Δρουδάκης, Κρήτη (τουριστικό λεύκωμα) Χανιά 1951.

-          10,000 Μαντινάδες τση Κρήτης, Συλλογή έμμετρου λαογραφικού υλικού απ’ όλη την Κρήτη, Χανιά 1982.

Ελπίς Μέλαινα, Κρητική μέλισσα, έκδ. Β', εν Αθήναις 1888.

Π.Καβακόπουλος, Τραγούδια της Βορειοδυτικής Θράκης, Θεσσαλονίκη 1981.

-          Καθιστικά της Σωζόπολης, χορευτικά της Θράκης, Θεσσαλονίκη 1993.

Φ. Κάβος, Διαλεχτές λαϊκές μαντινάδες, Αθήνα 1977.

Ν. Καβρουλάκης, Οι ρίζες των ριζίτικων τραγουδιών, Αθήναι 1967.

Μαν. Καλοκύρης, Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνης (λαογραφική συλλογή). Ηράκλειον 1970.

Γιώργος Καράτζης, «Ερωτική μαντινάδα»: Η κρητική μαντινάδα. 1ο Συμπό­σιο Κρητικής παράδοσης Δήμου Ανωγείων, Ανώγεια 1993.

Γ.Δ. Καψωμένος, Η λαϊκή μούσα θρηνεί τα θύματα του ναυαγίου, εφημ. Εθνική Φωνή, φ. 23/24.12.1966.

-          Η φωνή της λαϊκής ψυχής, εφημ. Εθνική Φωνή, φ. 5.1.1967 έως 5.5.1967.

Ε.Γ. Καψωμένος, 1979. Το κρητικό ιστορικό τραγούδι, Αθήνα, Θεμέλιο 1979, β' έκδ. I. Ζαχαρόπουλος 1987.

-          «Ανέκδοτα ριζίτικα τραγούδια για τη Μάχη της Κρήτης», περ. Αρ­χείο της Μάχης της Κρήτης, αρ. 7 (1985): 21 -24.

-          1996. Δημοτικό τραγούδι. Μια διαφορετική προσέγγιση, Νέα έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, Αθήνα, Πατάκης (α' έκδ. 1990).

-          2000. Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό στην ελληνική λογοτεχνί­α. Ένας πολιτισμικός κώδικας, περ. Διάλογοι Καταλλαγής (Χανιά. Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 2000): 514-518.

-          2000-01. Η προμηθεϊκή ιδέα στο κρητικό δημοτικό τραγούδι, περ. Κρητική Εστία, Χανιά, τ. 8: 233-247.

Μ. Κιτρομηλίδης, Κυπριακά δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1992.

Π. Κοντομίχης, Δημοτικά τραγούδια της Λευκάδας , Αθήνα 1985.

Ν. Κοντοσόπουλος, 1961. Κρητικά άσματα, ανάτ. περ. Λαογραφία, τ. 10, Αθήναι.

Γ. Κουρμούλης, Τραγούδια κρητικά, περ. Λαογραφία τ. Θ', σ 193-219.

Αρ. Κριάρης, 21920. Πλήρης συλλογή κρητικών δημωδών ασμάτων, εν Χανίοις 1909 (έκδ. Β', εν Αθήναις 1920, αντυπ. Αθήναι 1969).

Στίλπ. Κυριακίδης, Ελληνική Λαογραφία. Μέρος Α' Μνημεία του λόγου, εκδ. Β' εν Αθήναις 1965.

-          1947. Η γένεσις του διστίχου και η αρχή της ισομετρίας, Θεσσαλονίκη.

Κ. Κύρρης, Οι ποιητάρηδες της Κύπρου, Λευκωσία 1961.

Ν. Κωνσταντινίδης, Κρητικές μαντινάδες, ανάτ. περ. Διαγώνιος, 1965/2, Θεσσαλονίκη.

Κωνστ. Λαγουμιτζάκης, Μνημόσυνα. Χανιά 1915.

Μ. Λιουδάκη, Κρητικά τραγούδια, Επετ. Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τ. Δ', σ. 213-235.

Μ. Λιουδάκη, 21971. Μαντινάδες. Λαογραφικά Κρήτης Α', έκδ. Ελευθερου­δάκη, Αθήναι 1936 (ανατύπ. έκδ. «Γνώσεις» 1971).

I. Μαθιουδάκης, 1933. Δημοτικά τραγούδια Σελίνου, περ. Κρητικά, τ. Α', σ. 242 -284.

Αντ. Μαλλιαρός, Ποίημα περί της δράσεως του Α' Ανεξαρτήτου Συντάγματος των Κρητών κατά τους δύο ένδοξους πολέμους 1912-13, εν Αθήναις, τυπ. 'Εμμ. Ζαχαριουδάκη, 1914 (φυλλ.).

Παντ. Μαράκης, Το τραγούδι της Κατοχής. Η μάχη στα Κεραμειά, Χανιά, Ιούλιος 1945 (φυλλ.).

Γιάννης Μαυρακάκης, 1939. Ανάλεκτα κρητικής λαογραφίας, τ. Α', Χανιά.

-          1948. Ποιμενικά Δυτικής Κρήτης, Χανιά.

Γ. Μενεγάκης, Διαλεχτές Κρητικές Μαντινάδες, Αθήνα 1970.

I. Μουρέλλος, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον 1950, τ. Α' - Β' (έκδ. 2η).

Μπάρμπα - Παντζελιός, Το τραγούδι του Δασκαλογιάννη (εισαγ. - σχόλια Βασ. Λαούρδα, χαρτογραφία Κ. Λασηθιωτάκη), Ηράκλειον 1947.

J.A. Notopoulos, Η επίδρασις του κλέφτικου τραγουδιού είς τα τραγούδια της Κρήτης, Πεπραγμένα Α' Διεθνοί)ς Κρητολ. Συνεδρίου, 1961-62, τεύχ. III, σ. 78-92.

-          Το κρητικό τραγούδι του Ομαλού και η Πατρόνα, περ. Κρητικά Χρονικά, τ. ΙΒ, σ. 171 - 175.

Στ. Πανουσόπουλος - Γ.Αντουράκης (επιμ.), Κρήτη, τα τραγούδια της, Αθήνα 1991.

I. Παντελάκης, Ιστορικόν ποίημα της Αρμοστείας πρίγκ. Γεωργίου ... υπό Ι.Π., εν Χανίοις, τυπ. I. Παπαδάκη, ά.έ. (φυλλ.).

Ιδομ. Παπαγρηγοράκης, 1956-57. Τα κρητικά ριζίτικα τραγούδια, τ. Α', Της τάβλας και της στράτας, τυπ Ε. Πετράκη, Χανιά.

-          1964-65. Τα κρητικά ριζίτικα τραγούδια, τ. Β' Ηρωικά, Πολεμικά, Ιστορικά (τεύχη 3), Χανιά.

-          Τα κρητικά ριζίτικα τραγούδια/Τραγούδι της μάχης του Θερίσου (1821), Πεπραγμένα Β' Διεθνούς Κρητολογικου Συνεδρίου, τ. Δ' (εν Αθήναις 1969). σ. 344- 352.

Ειρ. Παπαδάκη, Λόγια του Στειακού λαού, τ. Α', Λαογραφικά Σύμμεικτα Σητείας Κρήτης, Αθήναι, τυπ. Βαλκανικής Λογοτεχνίας 1936.

Γρ. Παπαδοπετράκης, Ιστορία των Σφακιών, Αθήναι 1888.

Πέτρος Παπουτσάκης, Τα μαρτύρια των Καμπιανών υπό των Γερμανών επί Κατοχής, Χανιά 1945 (φυλλ.).

Γ. Παυλάκης, Κρητική δημοτική ποίηση. Οι μαντινάδες, Αθήνα 1994.

-          Ριζίτικα, κρητική δημοτική ποίηση, Αθήνα (1997).

Γ. Περακάκης, Εθνικό, ποιήματα, συνταχθέντα υπό Γ.Π., Κολυμβάρι, Χανιά, τυπ. Α. Ανδρουλακάκη, 1907 (φυλλ.).

Λάμπρος Περογιαννάκης, Κρητικές μαντινάδες, Αθήνα 1983

Δ. Πετρόπουλος, 1958-59. Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τ. Α', Β', Βασική Βιβλιοθήκη αρ. 46, 47. Αθήναι, I. Ζαχαρόπουλος.

-          Οι ποιητάρηδες στην Κρήτη και στην Κύπρο, περ. Λαογραφία, τ. ΙΕ, τεύχ.

Β' (1954):374-400.

D. Pétropoulos, La comparaison dans la chanson populaire grecque. Collection de l’ Institut Francais d’ Athènes, No 86, Athènes 1954.

Μαν. Πιτυκάκης, 1975. Δημοτικά τραγούδια στην Ανατολική Κρήτη, Νεάπολις Κρήτης .1975.

Αλέξης Πολίτης, «Το δημοτικό τραγούδι»: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΙΑ', Αθήνα 1975:284-299.

Ν. Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, έκδ. 5η, Α­θήναι 1966.

F. Ragovin,Cretan Mantinades. Song poems, Athens “Cnossos” editions, 1974.

Αντώνης Σανουδάκης, «Κρητική Αναγέννηση και ερωτική μαντινάδα», περ. Διάλογος (Ηράκλειο), τεύχ. 14: 23-43.

Α. Σεργεντάνης, Ελληνικοί εθνικοί λαϊκοί χοροί και ριζίτικα (κλέφτικα) κρη­τικά τραγούδια, Χανιά 1976.

Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς, Αθήνα, Ερμής 1983.

-          Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια, Αθήνα, Νεφέλη, 1999.

-          Perspectives de la recherché sur les chansons populaires grecques, Revue des Etudes Néohelléniques II/ 1-2 (1993): 136-147.

Γρηγ. Σηφάκης, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Ηράκλειο, Πανεπιστημιιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1988.

Στέργ. Σπανάκης, Κρήτη (τουριστικός οδηγός), τ. Α', Β', έκδ. Β'. Σφακιανάκη, Ηράκλειον Κρήτης, ά.έ.

Ειρ. Σπανδωνίδη, 1935. Κρητικά τραγούδια. Σφακιανά ριζίτικα, Αθήναι.

Γ. Σπυριδάκης, 1933. Λαογραφικά Σύμμεικτα εκ Κατσιδονίου Σητείας, Κρητικά, τ. Α' (1933): 169 - 241.

-          1969. Δημώδη άσματα και λαϊκά ποιήματα περί την πυρπόλησιν της Μονής Αρκαδίου, Πεπραγμ. Β' Διεθν. Κρητολ. Συνεδρίου, τ. Δ, σ. 430-437.

Μήτσος Σταυρακάκης, «Ήλιε μου κοσμογυρευτή». Μαντινάδες, Αθήνα 1984.

Α. Στιβακτάκης, Η Κρήτη της παράδοσης, Αθήνα 1988.

Γιάννης Ευθ. Τσουδερός, Κρητικά μοιρολόγια, Αθήνα 1976.

-          Φραστικοί τρόποι κι αισθητική δομή της εκρηκτικής μαντινάδας απ' τον «Ερωτόκριτο» ως σήμερα, Αθήνα, 1989.

Ν. Τωμαδάκης, Κρητικά λαογραφικά, Περιοδ. Δελτίον Βιβλιοθήκης Κρητ. Φιλολ. Συλλόγου, εν Χανίοις (1927): σ 31 - 46.

Παύλος Φαφουτάκης, Συλλογή ηρωικών κρητικών ασμάτων, εν Αθήναις 1889.

Ευαγγ. Φραγκάκη, 1949. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήναι.

-          1973. Ένα δημοτικό τραγούδι στην Κρήτη για την εξορία του Αρχιε­πισκόπου Μακαρίου, ανάτ. από τα Πρακτικά του Πρώτου Διεθνούς Κυπρολογικού Συνεδρίου, τ. Γ' - 2, Λευκωσία.

Εμμαν. I. Φραγκεδάκης, Κρητικές Μαντινάδες, Αθήναι 1972.

Εμμ. Φραντζεσκάκης, Η Αριάδνη, ήτοι συλλογή Κρητικών ασμάτων και πα­ροιμιών..., εν Αθήναις 1883.

Λεων. Χαρωνίτης, Για μια νέα μεγάλη Ελλάδα, Ηράκλειον Κρήτης, Νοέμ­βρης 1976 (φυλλ.).

Αριστείδης Χαιρέτης (Γυαλάφτης), Τι μαντινάδα να σου πω..., Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996.

Γιάννης Χασαπλαδάκης (Καβρός), το Δεύτερο Βιβλίο (Μαντινάδες - Ποιή­ματα), επιμ. Μιχ. Πατεράκης - Δρήρειος, Σταυρωμένος Σητείας, 1984.

Γ. Χατζηθεοδώρου, Τραγούδια και σκοποί στην Κάλυμνο, Κάλυμνος 1989.

Βασ. Ψιλλάκης, Ιστορία της Κρήτης, τ. 1 - 3, Χανιά 1909.

Ωδείον Αθηνών, 50 δημώδη άσματα Πελοποννήσου και Κρήτης, Συλλογή Ωδείου Αθηνών, Αθήναι 1930.

 

 

II. ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

 

Αμάλθεια, περ. της Ιστορικής κοι Λαογραφικής Εταιρείας Λασιθίου (Άγιος Νικόλαος Κρήτης), τ. Α' (1970) κέ.

Αρχείο της Μάχης της Κρήτης, περ. της Πατριωτικής Ένωσης Κυδωνιάς, Χανιά 1982-1988.

Δημοκρατία, εφημ. (Ρέθυμνον), έτος 1930.

Δρήρος, περ. Λαογραφικό - Ιστορικό - Λογοτεχνικό (Νεάπολις Κρήτης) 1937- 1941.

Εθνική Φωνή, εφημ. (Χανιά), έτη 1966, 1967, 1969, 1970, 1973.

Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών (Αθήναι), τ. 1-4 (1938 - 1941).

Ηώς, επιθεώρηση, Αφιέρωμα Κρήτη, άρ. 76 - 85 (Αθήνα 1964).

Κνωσός, περ., Δελτίον του Συλλόγου Κρητών "Η Κνωσός" (Αθήναι), τ. 1-7 (1953- 1960).

Κρήτη, περ (Αθήνα), έτος 1ο (1944) κέ.

Κρητικά, περ. (Χανιά), τ. Α' (1930 - 1933).

Κρητικά Γράμματα, περ. (Χανιά), τ. 1ος (1972 -1973).

Κρητικά Θέματα, περ., Αφιέρωμα Νο 2 (Κρητικά Δημοτικά Τραγούδια), Αθήνα 1977.

Κρητικά Χρονικά, περ. (Ηράκλειον Κρήτης), τ. 1 - 26 (1947 - 1974).

Κρητικαί Μελέται, περ. (Αθήναι), τ. Α' (1933).

Κρητικές Σελίδες, περ. Λογοτεχνικό (Ηράκλειον), τ. Α' - Γ' (1936 -1938).

Κρητική Εστία , περ. Ιστορικολαογραφικό (Χανιά - Αθήνα), τ. 1 (1949 κ.ε.).

Κρητική Πρωτοχρονιά, επιθ. (Αθήνα), 1961 κ.ε.

Κρητική Στοά, περ. (Ηράκλειο) 1907 - 1911.

Κρητικός Αστήρ, περ. Ιστορικολαογραφικόν (Χανιά), τ. 1 (1909).

Κρητικός Κόσμος, έφημ. (Αθήνα), έτος 1947.

Κρητικός Λαός, περ. ποικίλης ύλης (Ηράκλειον Κρήτης), τ. Α' (1909).

Λαογραφία, περ. Όργανον της εν Αθήναις Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρεί­ας (Αθήναι), τ. Α' (1909 κ.ε.).

Μύσων, περ. (Αθήναι), τ. Α- Ζ (1932 - 1937).

Νεοελληνικόν Αρχείον, περ. (Χανιά), τ. Α' (1935).

Περιοδικόν Δελτίον Βιβλιοβήκης Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου, εν Χανίοις, έτος Α' (1927 - 1928).

Προμηθεύς ο Πυρφόρος, περ. (Ρέθυμνον), τ. Α - ΙΑ (1925 -1935).

Σοσιαλιστική Ιδέα, εφημ. (Χανιά) έτος 1945.

Φως, περ. (Χανιά), 1904.

Φως, περ. ( Ηράκλειον), 1932 - 1933.

Χανιώτικα Νέα, εφημ. (Χανιά), έτη 1969, 1970.

ΣΗΜ. Κρητικά δημοτικά τραγούδια και δίστιχα έχουν επίσης δημοσιευθεί στα περιοδικά Αθηνά, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, Εστία, Νουμάς, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος κ.ά.

 

 

 


[1] Όπως η ύπαιθρος της Κρήτης και της Κύπρου, ορισμένα νησιά του Αιγαίου (Σίφνος, Κάρπαθος, Νάξος κ.α.), η Λευκάδα επίσης, τα ορεινά της Ρούμελης (Παρνασσός), της Πελο­ποννήσου (ορεινή Αρκαδία κ.α.), της Θεσσαλίας (Όλυμπος, ανατολική Πίνδος), της Ηπείρου (Τζουμέρκα κ.α.), της Δυτικής Μακεδονίας (Γρεβενά, Καστοριά, ορεινή Νάουσα) και τη Θράκης.

[2] Αναλυτική βιβλιογραφία παραθέτομε στο τέλος. Βλ. κυρίως Ακαδημία Αθηνών 1962, S. Baud Bovy 1961-62 και 1969, Θ. Δετοράκης 1976, Ν. Κοντοσόπουλος 1961, Αρ. Κριάρης 21920, Ε.Γ. Καψωμένος 1979, Μ. Λιουδάκη 21971, I. Μαθιουδάκης 1933, Γ. Μαυρακάκης 1948, Ειρ. Παπαδάκη 1938, Ι. Παπαγρηγοράκης 1956-57, 1964-65, Δ. Πετρόπουλος 1954 και 1958, Μ. Πιτυκάκης 1975, Ειρ. Σπανδωνίδη 1935, Γ. Σπυριδάκης 1933 και 1969, Ε. Φραγκάκη 1949 και 1973. Από τα περιοδικά και τις εφημερίδες σημειώνουμε τα ακόλουθα: Αμάλθεια (1970 κ.ε.). Δρήρος (1937-41), Εθνική Φωνή (Χανίων, 1966, 1967, 1969, 1970, 1973), Ελλωτία (1992 κ.ε.), Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών (1938-1941), Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου, Εστία, Ηώς (1964), Κνωσσός (1953-60), Κρήτη (1944 κ.ε.). Κρητικά Γράμματα (1972-73), Κρητικά Θέματα (1977), Κρητικές Σελίδες (1936-1938), Κρητικά Χρονικά (1947-1974), Κρητική Εστία (1949 κ.ε.), Κρητικός Κόσμος (1947), Λαογραφία (1909 κ.ε.), Μύσων (1932-1937), Νεοελληνικόν Αρχείον (1935), Πνευματικά Χανιά (1989 κ.ε.), Προμηθεύς ο Πυρφόρος (1925-1935), Συφναϊκή Φωνή (1970 κ.ε.), Χανιώτικα Νέα (1969, 1970 κα), Αρχείο της Μάχης της Κρήτης (Αλικιανού, 1982 - 1988).

[3] Βλ. Ακαδημία Αθηνών 1961: 179.ΝΒ.Β’. 180.ΝΒ.Γ, 273.Β’β, 274.Γ’.α. Π. Βαβουλές 1950: 221, 221, 222, 222, 223, 223. Θ. Δετοράκης 1976: 42.25 , 42.26, 42.27 , 43.28, 43.29, 43.30 43.31, 44.32, 44.33, 44.34, 44.35, 45.36, 45.37. Κρητική Εστία. τευχ. 14 (1950): 29, 43 (1954): 4, 43 (1954): 29, 43 (1954): 29, 51 (1955): 1, 83 (1959): 34, 159 (1965): 144, 206 (1976): 193. Κρητικός Κόσμος εφημ. (1947): φ. 41, 43, 46, 47, 48, 49. Ιδ. Παπαγρηγοράκης 1958-59: 32.16, 38.28, 45.51, 75.120, 86.139, 101.172, 147.273, 148.276, 149.279, 150.280, 150.281, 176.338, 179.346, 181.351, 187.359, 188.362, 206.395, 212.407, 212.407 παραλλ., 281.495, 295.522, 302.539, 307.553, 309.557, 309.558. Ε.Γ. Καψωμένος 1979: 86-111. πίν. Πα (50 τραγ.), 112-118. πίν. ΙΙβ (39 τραγ.), 119-140. πίν. ΙΙΙ-ΙΧ (114 τραγούδια). Σταμ. Αποστολάκης 1993: 155-173. 218-275 (58 τραγούδια).

[4] Ενδεικτικά πάνω σ' αυτό είναι η μεγάλη ανταπόκριση που βρίσκουν όχι μόνο από τους χωρικούς αλλά και από τους κατοίκους των πόλεων (ακόμη κι από τους ξενιτεμένους Κρητικούς) οι συχνοί διαγωνισμοί μαντινάδας ή/και ριζίτικου, που προκηρύσσουν τοπικοί φορείς, πολιτιστικοί ή δημοτικοί. Επικαλούμαι την εμπειρία από τους δύο σχετικούς διαγωνισμούς που προκήρυξε το 2000 και το 2001 ο Δήμος Ακρωτηρίου που μας φιλοξενεί.

[5] Οι δυο τελευταίες μαντινάδες είναι ανέκδοτες· τις κατέγραψα στο Μεράμπελο Σητείας, από το στόμα του δασκάλου Μανώλη Βάρδα (1999).

[6] Τέτοια θεματικά στοιχεία μορφοποιημένα σε εύχρηστες φόρμουλες που να ταιριάζουν σε όλες τις θέσεις (β' ημιστίχιο του 1ου στίχου, α ή β' ημιστίχιο 2°" στίχου, ομοιοκαταληκτικά σχήματα κ.λ.π.) έχουν διαμορφωθεί από την παράδοση πολλά, προσφέροντας δυνατότητες επιλογής στην αυτοσχεδιαστική διαδικασία. Παράδειγμα:

- Σγουρό βασιλικάκι μου, σγουρά ‘ναι τα μαλλιά σου

κι από ‘να μίλι κι από δυο γρικάται η μυρωδιά σου.

- Βασιλικέ πλατύφυλλε και μακροκοντυλάτε

απ’ να μίλι κι από δυο η μυρωδιά γρικάται.

[7] Ε.Γ. Καψωμένος. 1996: 64.

[8] Πρβλ. Καψωμένος, 1996: 55-99. Την αισθητική δομή και τους φραστικούς τρόπους της κρητικής μαντινάδας εξετάζει σε σχετικό μελέτημα του και ο Γιάννης Ε. Τσουδερός (1989: 23-47), ο οποίος χρησιμοποιεί και άλλα, ενδιαφέροντα τυπολογικά κριτήρια.

[9] Ε.Γ. Καψωμένος, Το κρητικό ιστορικό τραγούδι, Αθήνα, α' έκδ. Θεμέλιο, 1979, β' έκδ Ζαχαροπούλου, 1987: 17-22, 112-140, 193-264 και Βιβλιογραφία: 273-278.

[10] Το χωριό Βατόλακκος ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία ενάντια στη χούντα και μετά το τέλος της ψηφοφορίας, πολιόρκησε το εκλογικό τμήμα μέχρις ότου να εκδοθεί ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα (53,4% ΟΧΙ). Τις επόμενες μέρες δημοσιεύτηκαν μαντινάδες όπως η παραπάνω στην εφημ. Εθνική Φωνή των Χανίων (βλ. φ. 1.8.1973: Καλλιόπη Χαριτάκη, ετών 83).

[11] Ε.Γ. Καψωμένος, 1987: 195, 207.

[12] Ανέκδοτη, από τις κινητοποιήσεις των κατοίκων του Βραχασίου Μεραμπέλου ενάντια στην απόφαση της διοίκησης να υπαγάγει το ιστορικό χωριό τους στο Δήμο Νεαπόλεως (καταγραφή: Σελινάρι, 2001). Η πιο πρόσφατη αντίδραση της λαϊκής μούσας σε γεγονότα της πολιτικής επικαιρότητας καταγράφηκε στην περιοχή Κυδωνίας Χανίων το Φθινόπωρο του 2001:

Θέλω να γίνω Ταλιμπάν, να σε τρομοκρατήσω,

τσι πύργους πού 'χεις στην καρδιά να τσι κατεδαφίσω.

[13] Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, που εξετάζει αναλυτικά ο Σταμάτης Αποστολάκης ("Τα λαογραφικά του κρητικού μαχαιριού", 1994).

[14] Πολλοί μαντιναδολόγοι διαλέγονται ή αλληλογραφούν με μαντινάδες. Σε ένα συνέδριο για τον Ερωτόκριτο, που έγινε τον Ιούλιο του 2000 στ’ Ανώγεια, ακούσαμε με ευχάριστη έκπληξη το λαϊκό ποιητή και μαντιναδολόγο Αριστείδη Χαιρέτη να παρεμβαίνει έμμετρα στη συζήτηση και απευθυνόμενος στον ένα να παρατηρεί:

Αν ήταν ο Ρωτόκριτος, καλλιά θα το ξηγούσε

το θέμα με την Αρετή, γιατί αυτός το ζούσε.

και σε άλλο σημείο της συζήτησης να αποφαίνεται:

Καλή ‘ναι κι η ανάλυση κι η σημειολογία,

μα της αγάπης τα κουρφά. δε γράφουν τα βιβλία.

Ένας άλλος γνωστός μαντιναδολόγος, ο Μιχάλης Βαβουράκης, που έχει δημοσιεύσει πολλές μαντινάδες για τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, όπως και για τον Καζαντζάκη και το έργο του (1992: 101-103, 108-109), απαντά έμμετρα σε παρατηρήσεις του υπογράφοντος σε σχέση το έργο του:

Φρονείς τέθοια Ριζίτικα, δεν πρέπει μπλιο να γράψω

κι εκεινανά που σού ‘πεψα να πιάσω να τα κάψω;

 

Θα’ ναι σα μάνα που γεννά παιδί και το σκοτώνει,

ενώ τση το’ δωκε ο Θεός για να το καμαρώνει.

Έτσι η μαντινάδα προβάλλει ακόμη και με αξιώσεις θεωρητικού λόγου.

[15] Παραλλαγή: "για να γρικώ το σήμα".

[16] Ε. Γ. Καψωμένος 1996: 225-247, 2000-2001: 239-246.

[17] Βλ. αναλυτικά Ε.Γ. Καψωμένος 2000: 514-518.