Παρασκευή, Αύγουστος 23, 2019

Ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου “Άγγελος Σικελιανός – Οδυσσέας Ελύτης. Σπουδή πολιτισμικής αυτογνωσίας”, που έγινε στον Πύργο Αλικιανού, από 9 έως 11 Σεπτεμβρίου 2011, με oργανωτικούς φορείς την Εταιρεία Κρητικών Σπουδών-Ίδρυμα Καψωμένου, το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης - Εργαστήριο Μελέτης Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην Εκπαίδευση, την Περιφέρεια Κρήτης - Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και το Δήμο Πλατανιά.

Το Συνέδριο άρχισε την Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011, το απόγευμα, με την Εναρκτήρια Πανηγυρική Συνεδρία (προεδρεύουσα η Ελπινίκη Νικολουδάκη, Αν. καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης). Τους Συνέδρους και το κοινό καλωσόρισε ο αντιπρόεδρος του Συνεδρίου, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Τηλέμαχος Μουδατσάκης. Ακολούθησαν σύντομες ομιλίες-χαιρετισμοί του Αντιπεριφερειάρχη Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, κ. Απόστολου Βουλγαράκη, του Δημάρχου Πλατανιά κ. Ιωάννη Μαλανδράκη, της καθηγήτριας Fatima Eloeva, εκ μέρους του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης και της εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ανώτερης Μορφωτικής Λειτουργού, Νάντιας Στυλιανού.

Στο ενδιάμεσο απαγγέλθηκαν ποιήματα του Σικελιανού από το Νίκο Σωτηρόπουλο και του Ελύτη από τη Μαρία Καλογεράκη. Η Πανηγυρική Συνεδρία έκλεισε με την εισαγωγική ομιλία του καθηγητή Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου, που είχε ως θέμα τα κοινά στοιχεία που συνδέουν τον Άγγελο Σικελιανό και τον Οδυσσέα Ελύτη, δυο ποιητές που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές (γενιά του 1910 – γενιά του 1930) και διαφορετικές φάσεις της λογοτεχνίας μας (Ανανεωμένη παράδοση – Νεωτερική ποίηση). Ο εισηγητής έδειξε ότι αυτό που συνδέει τους δύο ποιητές είναι ότι μελέτησαν συστηματικά την ελληνική πολιτισμική παράδοση και τη μετέγραψαν σε ποιητική πράξη, με γνώμονα τις οικουμενικές αξίες της και τον ανθρωποπλαστικό της χαρακτήρα. Γι' αυτό – εξήγησε ο ομιλητής – ο Σικελιανός και ο Ελύτης είναι οι πρώτοι θεωρητικοί του ελληνικού πολιτισμού· γιατί το έργο τους, ποιητικό και δοκιμιακό, μας βοηθά να γνωρίσομε και να εκτιμήσομε την παράδοσή μας στα ουσιώδη συστατικά της και στις οικουμενικές διαστάσεις της· κι έτσι να ξαναβρούμε την αυθεντική μας ταυτότητα.

Ακολούθησε Βραδιά ποίησης, που οργάνωσε η Θεατρική Επιτροπή της Εταιρείας (υπεύθυνη η φιλόλογος Κατερίνα Βαρανάκη), με απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα του Σικελιανού και του Ελύτη και θεατρική διασκευή της ποιητικής σύνθεσης του Ελύτη “Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας”. Απάγγειλαν η ηθοποιός Μαρία Μπουλουγούρη και οι εκπαιδευτικοί Κατερίνα Βαρανάκη, Βίκυ Κόλλια, Αντωνία Μαλακωνάκη, Μαρία Μπαδιεριτάκη, Νεκτάριος Ξανθουδάκης, Κλειώ Παπαδερού, Αριάδνη Παπιδάκη, Νίκος Σωτηρόπουλος, καθώς και οι Μαρία Καλογεράκη, Αλεξία Λαγουβάρδου. Πιάνο, κιθάρα και τραγούδι: Νίκος Σωτηρόπουλος και Ιλεάννα Σωτηροπούλου.

Στην Α΄ Τακτική Συνεδρία (Σάββατο πρωί), υπό την προεδρία του καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, Γιάννη Ιωάννου, εξετάστηκαν ζητήματα ποιητικής στο Σικελιανό και στον Ελύτη. Η Κωνσταντίνα Χαλιάσου ανέλυσε το ρόλο της ποίησης όπως εμφανίζεται στη σύνθεση του Σικελιανού, Η Συνείδηση της ποιητικής δημιουργίας, έργο της ωριμότητας του ποιητή, που συμπυκνώνει μοναδικά την ποιητική θεωρία του Σικελιανού. Η Δέσποινα Αθανασιάδου-Στεφανουδάκη μίλησε για τη “θεραπευτική δύναμη” της ποίησης, σχολιάζοντας το Λόγο του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Βραβείου Nobel Λογοτεχνίας (Στοκχόλμη, 1979). Η Μαρία Τερδήμου μελέτησε τη λειτουργία των αριθμητικών σχέσεων μέσα στην ποίηση του Ελύτη και έδειξε ότι συνδέεται με την πυθαγόρεια θεωρία για την αρμονία των αριθμών. Η Συνεδρία ολοκληρώθηκε με την ανακοίνωση της Αλίκης Τσοτσορού, που ανέλυσε, μέσα από τις ποιητικές μεταφορές τους, το εικονοπλαστικό σύστημα του Άγγελου Σικελιανού και του Οδυσσέα Ελύτη.

Η Β΄ Τακτική Συνεδρία, που διηύθυνε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, Fatima Eloeva, ήταν αφιερωμένη σε ερμηνευτικά ζητήματα. Μέσα από την ανάλυση δύσκολων χωρίων από τα ποιήματα του Σικελιανού και του Ελύτη, οι εισηγητές ανέδειξαν ποιητικούς κώδικες καίριας σημασίας για την κατανόηση του κοσμοειδώλου και του αξιακού συστήματος των δύο ποιητών. Η Βίκυ Κόλλια, αναλύοντας ένα παράθεμα από τον Ήλιο τον Πρώτο [«Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές»] ανέδειξε τον κώδικα της Θεοφάνειας στο έργο του Ελύτη, δηλ. της παρουσίας του θεού μέσα στη φύση· μια φύση εγκόσμιο παράδεισο, που συγκεντρώνει όλες τις αξίες και είναι, μ' αυτούς τους όρους, ο φυσιολογικός χώρος της θεότητας. Η Βάσω Μουζουράκη ανέλυσε τη σχέση φύσης – πολιτισμού σ΄ ένα χωρίο από τις Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό του Ελύτη [«Ώ, καιροί που στρεβλώσατε το ουράνιο τόξο...»], όπου απορρίπτεται η αντιπαλότητα του ανθρώπου προς τη φύση και καταφάσκεται η εναρμόνιση των κοινωνικών αξιών προς τις φυσικές αξίες. Η εισηγήτρια χρησιμοποίησε ως ερμηνευτικό κώδικα τη θεωρία του Ελύτη για την αναλογία φυσικών και ηθικών αξιών, αναλογία χαρακτηριστική του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου.

Η Κλειώ Παπαδερού, ξεκινώντας από ένα παράθεμα του Άξιον Εστί ["Τα θεμέλιά μου στα βουνά..."], εξηγεί πώς το έργο αυτό διερμηνεύει αυθεντικά το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο, συνδυάζοντας βασικούς σημασιακούς κώδικες: τον κώδικα της εντοπιότητας, σύμφωνα με τον οποίο η συνείδηση του ανθρώπου διαμορφώνεται πρωταρχικά από τη σχέση του με το γενέθλιο τόπο (πολιτισμοί του χώρου)· τον κώδικα της ταύτισης του νυν με το αιέν, όπου η αιωνιότητα εμπεριέχεται μέσα στην ποιητική στιγμή· τον κώδικα του ιστορικού βιώματος, που εκδηλώνεται ως ασύνειδη αλλά ενεργή συλλογική μνήμη· η ιστορική διαχρονία ενσωματώνεται στο χώρο και παίρνει σχεδόν υλική υπόσταση. Μέσα από το αντιθετικό σχήμα "Οι πολλοί παραποιούν τον Ένα vs τους πολλούς παραποιεί ο Ένας" [Μαρία Νεφέλη], η Αριάδνη Παπιδάκη αναλύει τη σχέση ατόμου – κοινωνίας στην ποίηση του Ελύτη, δείχνοντας ότι η αντίθεση ατομικού – κοινωνικού είτε ως προτεραιότητα του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινωνικού είτε αντίστροφα, είναι ξένη προς το νεοελληνικό πολιτισμικό πρότυπο, που βασίζεται στην αρχή της ισορροπίας ατομικών και κοινωνικών αξιών.

Η Κατερίνα Μαρκουλάκη, αναλύοντας τους στίχους «Ρίχνει να πιάσει ψάρια, πιάνει φτερωτά / στήνει στη γη καράβι, κήπο στα νερά» από τον Ήλιο τον Ηλιάτορα του Ελύτη, υποδεικνύει τη διακειμενική αναφορά τους στο σχήμα των “αμηχάνων” / αδυνάτων του δημοτικού τραγουδιού και αποκαλύπτει πίσω από το αισθητικό παιχνίδι το χαρακτηριστικό νεοελληνικό κώδικα της συνύπαρξης των αντιθέτων, που υπερβαίνει τη λογική αρχή της αντίφασης. Η Αντωνία Μαλακωνάκη παίρνoντας ως αφετηρία ένα παράθεμα από το ποίημα “Λιλίθ” [“Ω μυστική μεγάλη Πρωτοεικόνα, / ως πότε θα Σε βλέπω σταυρωμένη..."], επιχείρησε μια ανασύνθεση της ποιητικής μυθολογίας του Σικελιανού που έχει ως επίκεντρο την “Πρωτοεικόνα” της Σταυρωμένης Θεάς. Και με βάση τα ποιητικά και θεωρητικά κείμενα του Σικελιανού, υπέδειξε τον κώδικα ερμηνείας της, σύμφωνα με τον οποίο η ουσία της θεότητας είναι θηλυκή, παρθενομητρική και συγκεντρώνει όλα τα πρωταρχικά ζωικά κίνητρα και αιτήματα της μητέρας-γης και όλες τις γυναικείες ιδιότητες που καθιστούν δυνατή τη γέννηση και διαιώνιση της ζωής: τον έρωτα, τη στοργή, την αφοσίωση, την καρτερία, τη χάρη, την αυτοθυσία. Το σταυρικό μαρτύριο της θεότητας υποδηλώνει αφενός το ριζικό διαχωρισμό του ανθρώπου από τη Μάνα γη και τις υγιείς φυσικές αξίες, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες· αφετέρου, το αίτημα της επανασύνδεσής του με τη Μάνα-γη και τις αξίες της, ώστε να ξαναβρεί το νόημα της ύπαρξής του κι έτσι να συμβάλει στην απελευθέρωση των εν δυνάμει τάσεων της Φύσης ή, με τη μυθική γλώσσα, “να λυτρώσει τη θεότητα από τον προαιώνιο σταυρό της, ανεβάζοντάς την ολόκληρη στο φως της ζωής”. Η Φωτεινή Κωστάκου, τέλος, επέλεξε δύο ποιήματα του Σικελιανού (“Τ' αετώματα της Ολυμπίας” και μια ενότητα από τη “Συνείδηση της Γυναίκας”) για να μελετήσει και να αναδείξει το ερωτικό στοιχείο στην διονυσιακή του διάσταση, σε συσχετισμό με αντίστοιχα (ομόθεμα) έργα της αρχαίας ελληνικής πλαστικής. Μέσα από μια συγκριτική ανάλυση κατάφερε πρώτα να δώσει μια πλήρη και πειστική εικόνα για την κεντρική θέση και λειτουργία του διονυσιακού έρωτα μέσα στην ποίηση του Σικελιανού· και ύστερα, να δείξει τη στενή σχέση της έμπνευσης του ποιητή με την αυθεντική ελληνική παράδοση, όπως εκφράστηκε σε κλασικά δημιουργήματα της αρχαίας γλυπτικής. Παράλληλα έθιξε ένα σύνθετο και άκρως ενδιαφέρον ζήτημα, τη σχέση της ποίησης με τις πλαστικές τέχνες.

Στη Γ΄ Τακτική Συνεδρία (Σάββατο απόγευμα), με πρόεδρο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, Τηλέμαχο Μουδατσάκη, εξετάστηκαν γραμματολογικά ζητήματα και νέες διδακτικές προσεγγίσεις. Η Συνεδρία ξεκίνησε με απαγγελία και σύντομα σχόλια πάνω στο περίφημο ποίημα του Σικελιανού “Σόλωνος απόλογος” (Λυρικά. Σειρά δεύτερη) από τον Κώστα Ζουράρη. Στη συνέχεια, η Λιάνα Καλοκύρη ανέπτυξε μια πρόταση διαθεματικής - ερευνητικής προσέγγισης στην ποίηση του Ελύτη, που ενεργοποιεί τη δημιουργική πρωτοβουλία των μαθητών και τους βοηθά να αποχτήσουν συνείδηση των στοιχείων εκείνων, που μέσα στο έργο του Ελύτη συγκροτούν την ελληνική πολιτισμική ταυτότητα. Ο Βασίλης Λέτσιος ανίχνευσε, μέσα στα έργα του Ελύτη, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, Ο Μικρός ναυτίλος και Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, την υπόγεια συνομιλία του με το έργο του Σολωμού και του Κάλβου και επιχείρησε να δείξει με ποιο τρόπο ο Ελύτης αναζήτησε ο ίδιος, σε μια προσπάθεια ποιητικής αυτογνωσίας, τα ίχνη της ποιητικής κληρονομιάς τους, δίνοντας ποιητικά το μέτρο της οφειλής του στους δυο μεγάλους Ζακυνθίους ποιητές. Ο Mariano Villegas Hernandez επιχείρησε μια σύντομη διαδρομή στα κριτικά κείμενα του Τ.Κ. Παπατσώνη και στην αλληλογραφία του με το Σικελιανό, προκειμένου να δώσει μία σαφή εικόνα για την αποδοχή του έργου και της προσωπικότητας του Άγγελου Σικελιανού από την πλευρά του σύγχρονου και φίλου του, Τ. Κ. Παπατσώνη. Κοντά στον αμοιβαίο σεβασμό και θαυμασμό, τα κείμενα αυτά, ιδιαίτερα όσα ο Παπατσώνης γράφει το 1925, με αφορμή τη Δελφική προσπάθεια του Σικελιανού, ασκούν μια σκληρή κριτική, που φανερώνει μερικές από τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσά τους όσον αφορά την αντίληψη της ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης. Τέλος, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Νίκας έδωσε, με ην ανακοίνωσή του, μια σαφή και πλήρη εικόνα του πώς έγινε δεκτό το έργο και η Δελφική Ιδέα του Άγγελου Σικελιανού στην Ιταλία, φωτίζοντας τη σχέση του Έλληνα ποιητή με σπουδαίους Ιταλούς ομοτέχνους του.

Η Δ΄ Τακτική Συνεδρία (Σάββατο απόγευμα), με πρόεδρο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Napoli “L' Orientale”, Κωνσταντίνο Νίκα, ήταν αφιερωμένη σε συγκριτικές ερμηνευτικές θεωρήσεις. Ο καθηγητής Γιάννης Ιωάννου μελέτησε την αντίληψη του χρόνου στον Ελύτη σε συσχετισμό με τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Επεσήμανε πως ο προβληματισμός του Ελύτη αναφορικά με τη “διάρκεια της ποιητικής στιγμής” αφορμάται από τη μελέτη της ίδιας της ποιητικής εικόνας, ως ανάπτυξης του στιγμιαίου, έτσι όπως την εννοούν οι υπερρεαλιστές. Η σύλληψη και η ενεστωτικοποίηση της φευγαλέας στιγμής δημιουργεί ένα χρόνο μυθικό, μέσα στον οποίο εξουδετερώνεται η αδικία, η φθορά και ο θάνατος και το ποιητικό υποκείμενο περνά στη διάρκεια της αφθαρσίας. Η Νάντια Στυλιανού εξέτασε, διεξοδικά και συσχετικά, τη θέση που κατέχει το φως μέσα στην εικονοπλασία και την κοσμοαντίληψη του Ελύτη και έδειξε πώς αυτό καθορίζει τους τρόπους μεταγραφής του τοπίου μέσα στο έργο του ποιητή.
Η Ελπινίκη Νικολουδάκη, με αφετηρία τα ποιήματα “Ελεύθερα Δωδεκάνησα” του Άγγελου Σικελιανού και “Δώδεκα Νήσων Άγγελος” του Οδυσσέα Ελύτη, ανέδειξε τη δυναμική σχέση ανάμεσα στη φύση, τον πολιτισμό και τον άνθρωπο, στις αισθητικές και τις ηθικές αξίες και πώς αυτά συνδέονται, μέσα στην ποιητική μυθολογία τους, με την αέναη παρουσία του θεού στον “μικρόκοσμο” των Δωδεκανήσων. Τη συνεδρία έκλεισε η Fatima Eloeva, η οποία επεσήμανε ότι στη Ρωσία, όπως και στην Ελλάδα, την ντόπια φιλοσοφική σκέψη εκφράζουν κυρίως οι ποιητές. Δύο τέτοιοι ποιητές-φιλόσοφοι είναι ο Βιατσεσλάβ Ιβάνοφ και ο Άγγελος Σικελιανός. Τις συγγένειες όπως και τις σημαίνουσες διαφορές ανάμεσά τους ερεύνησε η εισηγήτρια με βάση την προβληματική τους για την οικουμενικότητα και τη Δελφική ιδέα.

Ακολούθησε το Θεατρικό αναλόγιο, υπό την οργανωτική ευθύνη του καθηγητή και σκηνοθέτη Τηλέμαχου Μουδατσάκη. Ύστερα από μια γραμματολογική εισαγωγή της Ελπινίκης Νικολουδάκη, ο Τηλέμαχος Μουδατσάκης μίλησε για το θέατρο του Σικελιανού, ξεκινώντας από ένα πολύσημο παράθεμα της “Σίβυλλας”: “Ο νους μονάχος του αν μείνει ψεύτικος είναι βασιλιάς”. Ακολούθησε ανάγνωση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων της τραγωδίας του Σικελιανού “Η Σίβυλλα” από το φιλόλογο και ηθοποιό Ζαχαρία Κατσακό.

Η Ε΄ Τακτική Συνεδρία (Κυριακή πρωί), με Πρόεδρο την Ανώτερη Μορφωτική Λειτουργό του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, Νάντια Στυλιανού, ήταν αφιερωμένη στην Ποιητική μυθολογία και κοσμοαντίληψη του Σικελιανού και του Ελύτη. Η πρώτη ομιλήτρια Άσπα Χασιώτη παρουσίασε τη σχέση του Έρωτα και του Θανάτου μέσα από τις παρομοιώσεις του Σικελιανού. Εκθέτοντας την πορεία ανάπτυξης αυτού του θέματος, η εισηγήτρια διέκρινε ένα πρώτο στάδιο (Αλαφροΐσκιωτος - Ραψωδίες του Ιονίου), όπου το ποιητικό Υποκείμενο συλλαμβάνει, μέσα από την «εφηβική του βίωση στη φύση», τη δημιουργική διάσταση του έρωτα και την ομολογία του προς τον ερωτικό παλμό της φύσης. Στο επόμενο στάδιο (Συνειδήσεις, Μήτηρ Θεού, Λυρικά-σειρά δεύτερη), ο θάνατος αντιμετωπίζεται, μέσα από μια σειρά παράλληλων και ταυτόσημων εικόνων, ως φυσική, κοινωνική και ατομική εμπειρία και συνδέεται με τη δημιουργία και την ανανέωση. Πραγματοποιείται η εναρμόνιση του θανάτου με τη ζωή σε ένα ενιαίο σύμπαν. Σ' ένα τρίτο στάδιο, που αντιστοιχεί στα ποιήματα «Λιλίθ», «Μελέτη θανάτου», αλλά και στη σύνθεση «Μήτηρ θεού», ο θάνατος αποκαλύπτεται ως η ακραία έκφραση του ερωτικού ενστίκτου. Τη σχέση του κάλλους με το αγαθό στην ποίηση του Ελύτη εξετάζει και αποσαφηνίζει η Φωτεινή Μπαλωμένου. Μέσα από μια συστηματική ανάλυση, καταλήγει ότι η σχέση κάλλους – αγαθού είναι σχέση ταυτότητας: κάλλος = αγαθό. Η εξίσωση αυτή ορίζει μια σχέση αμφιμονοσήμαντης συνάρτησης: ό,τι είναι πραγματικά ωραίο είναι κατ' ανάγκη και αγαθό, κι ό,τι είναι πραγματικά αγαθό είναι και ωραίο· και αντίστροφα. Η εισηγήτρια επισημαίνει μια σειρά ισοδύναμες ή ταυτόσημες εκφράσεις που τεκμηριώνουν αυτή την ισοδυναμία, όπου κωδικοποιείται η ενότητα του αισθησιακού με το ιερό, του κάλλους με το αγαθό, των φυσικών αξιών με τις ηθικές – πνευματικές αξίες. Πρόκειται για ένα κώδικα που συνδυάζει δύο φαινομενικά ασυμβίβαστα σημασιακά στοιχεία. Αναδεικνύει την ηθική του κάλλους και την αισθητική του αγαθού σε ανθρώπινο, φυσικό και θεϊκό επίπεδο. Η ανακοίνωση του Παναγιώτη Αντωνόπουλου είχε ως αντικείμενο τη συγκριτική εξέταση δύο ποιημάτων που ο Σικελιανός και ο Ελύτης έχουν αφιερώσει στη Σαπφώ: την «Ψάπφα» (Αλαφροΐσκιωτος, Διάμεσος Ύμνος) και «Της σελήνης της Μυτιλήνης. Παλαιά και νέα ωδή» (Ετεροθαλή). Τα δύο ποιήματα εμπεριέχουν από τη μια θεμελιώδεις αρχές ποιητικής, από την άλλη χαρακτηριστικές αποκλίσεις στο συμβολικό επίπεδο: πορεία αναβατική, από τα στοιχεία της φύσης και τον άνθρωπο προς τον ήλιο (Σικελιανός) - πορεία καταβατική, από το φεγγάρι και τον ουρανό προς τα ανθρώπινα (Ελύτης).

Το αντικείμενο της ΣΤ΄ Τακτικής Συνεδρίας (Κυριακή πρωί), υπό την προεδρία του Mariano Villegas Hernandez, του Πανεπιστημίου Complutense της Mαδρίτης, ήταν οι ποιητές και η ελληνική πνευματική παράδοση. Η Κατερίνα Μουστακάτου μελέτησε το στοχασμό των δύο δημιουργών μέσα από το δοκιμιακό τους έργο, εστιάζοντας στη σχέση τους με την ελληνική πνευματική παράδοση. Η εισηγήτρια διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι παρούσα μέσα στο έργο τους, με όλη την προϊστορία και την ιστορία της, όχι σαν υπερβατική ιδέα αλλά ως μνήμη και εμπειρία. Και επιχειρεί μια συν-ανάγνωση των τοποθετήσεων του Σικελιανού και του Ελύτη πάνω στα μείζονα προβλήματα του σημερινού ανθρώπου, τα οποία ήταν πάντοτε το επίκεντρο της έγνοιας και της αγωνίας τους. Ο Γιάννης Χαραλαμπίδης ερεύνησε και επιχείρησε να εκθέσει την αισθητική της ελληνικότητας στο Σικελιανό και στον Ελύτη. Επισημαίνει κι εκείνος ότι αυτό που καθοδηγεί τη δημιουργική προσπάθεια των δύο ποιητών δεν είναι η αυταρέσκεια να προβάλουν προσωπικές θέσεις, αλλά η αγωνία τους να διερμηνεύσουν τη συλλογική πολιτισμική εμπειρία, να καθοδηγήσουν και να διαμορφώσουν την κοινή συνείδηση με αξίες και ιδεώδη οικουμενικής εμβέλειας· κι έτσι να συμβάλουν στη γενική άνοδο και βελτίωση της ανθρώπινης κοινωνίας. Τα συστατικά στοιχεία αυτής της ανόδου ο Σικελιανός και ο Ελύτης τα αναζητούν πρώτα απ' όλα στην ελληνική πολιτισμική παράδοση, στις αισθητικές και πνευματικές ρίζες του ελληνισμού. Κοινή συνισταμένη τους το φως, ο ήλιος, τα φυσικά ανεπιτήδευτα χρώματα, τα αδρά και καθαρά σχήματα, πνευματικά, ηθικά και αισθητικά αρχέτυπα της ελληνικής ζωής. Ευθυγραμμίζοντας τη σύγχρονη φόρμα με την αισθητική παράδοση του λαού μας, διατυπώνουν ομόλογες και εξαιρετικά επίκαιρες προτάσεις απέναντι στην σύγχυση του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Σήφης Κοσόγλου εξέθεσε τη Δελφική Ιδέα του Σικελιανού, στην τριπλή της διάσταση: ως προϊστορία: τα “Κοινά και οι Αμφικτυονίες των Αρχαίων Ελλήνων· ως ιστορικό εγχείρημα: η Δελφική Προσπάθεια του ποιητή (1927 - 1932) στη θεωρία και στην πράξη· ως μελλοντική προοπτική: η δυναμική της σε σχέση με τη σημερινή παγκόσμια κρίση και οι δυνατότητες αναβίωσής της. Ο εισηγητής, στηρίζοντας την επιχειρηματολογία του σε εκτιμήσεις και απόψεις σημαντικών ανθρώπων του πνεύματος, υποστήριξε ότι η αναβίωση της Δελφικής Ιδέας είναι και εφικτή και αναγκαία.
Τέλος, η ανακοίνωση της Κατερίνας Βούλγαρη και της Μ. Μαργαρώνη εξετάζει δύο αντιπροσωπευτικές ποιητικές συνθέσεις του Σικελιανού, Αλαφροΐσκιωτος και Μήτηρ Θεού, που αντανακλούν τόσο την οικολογική όσο και την πασιφιστική και οικουμενική του κοσμοθεώρηση. Στα έργα αυτά προβάλλεται, σύμφωνα μα την εισήγηση, η βαθύτατη οικολογική συνείδηση και η εναρμόνιση με τη φύση και με όλα τα πλάσματά της ως αντίλογος στην άλογη εκμετάλλευση, καταδυνάστευση και καταστροφή της· η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου ως αντίλογος στην επικρατούσα δυτική/καρτεσιανή – προσέγγιση της ανθρώπινης ύπαρξης και στη μονομερή υλική και τεχνική πρόοδο· η διαθρησκειακή συνείδηση ως αντίλογος στο θρησκευτικό φανατισμό· η πασιφιστική συνείδηση και ο αγώνας για την παγκόσμια συναδέλφωση, κατά το πρότυπο των ειρηνικών μητριαρχικών πολιτισμών, ως αντίλογος στη σύγχρονη ανταγωνιστική κοινωνία και στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο· η οικουμενικότητα ως αντίλογος στην παγκοσμιοποίηση και στα προβλήματα που αυτή επιφέρει, είναι κάποιες από τις θεμελειώδεις προτάσεις του σικελιανικού έργου, οι οποίες το καθιστούν απάντηση επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε στους πολιτικούς και πολιτισμικούς κλυδωνισμούς της μετανεωτερικότητας.

Το Συνέδριο έκλεισε με σύντομο Απολογισμό από τον Πρόεδρο του Συνεδρίου καθηγητή Ε. Γ. Καψωμένο, ο οποίος διαπίστωσε ότι το Συνέδριο εκάλυψε με επάρκεια τους τρεις μεγάλους άξονες του αρχικού σχεδιασμού: τη συστηματική ανάλυση των κειμένων, τη συγκριτική εξέταση και ερμηνεία του έργου των δύο ποιητών, τη στενή συνάρτηση της ποιητικής δημιουργίας τους με την ελληνική πολιτισμική παράδοση. Ιδιαίτερα τονίστηκε η μεγάλη συμμετοχή νέων επιστημόνων, που προσέγγισαν τα δύσκολα ερμηνευτικά προβλήματα με τόλμη και φαντασία, υπερβαίνοντας αγκυλώσεις και συμβατικότητες της παραδοσιακής κριτικής· με συνέπεια να βγούν στην επιφάνεια νέες απόψεις και ερμηνείες, που δύσκολα θα μπορούσαν να διατυπωθούν σε τυπικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, και οι οποίες ανανεώνουν τη γνώση μας για τους δυο κορυφαίους θεωρητικούς του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι, το Συνέδριο αποτέλεσε πράγματι για τους συνέδρους και για το κοινό που το παρακολούθησε μια σπουδή πολιτισμικής αυτογνωσίας.

Στο κλείσιμο των εργασιών, όπως και στην έναρξη, έγινε αναλυτική αναφορά στους συντελεστές και τους χορηγούς της διοργάνωσης, τους οποίους ο πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής ευχαρίστησε δημόσια.