Τετάρτη, Δεκέμβριος 12, 2018

Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

[1] Ένα από τα διακριτικά της ποιητικής τέχνης του Καβάφη είναι ότι εφαρμόζει στην ποίηση τεχνικές του αφηγηματικού πεζού λόγου. Μια απ’ αυτές τις τεχνικές είναι η «υποδειγματική αφήγηση», η οποία συνιστά βασικό εργαλείο της συμβολικής γλώσσας του Καβάφη [2]. Η τεχνική αυτή συμπυκνώνει σε μια ενιαία διατύπωση πολλές ομόλογες περιπτώσεις τυπικής ανθρώπινης συμπεριφοράς, με τρόπο που αυτή η συμπεριφορά, μέσα από τις επάλληλες διαστρωματώσεις, να επιβάλλεται ως τυπικό παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή. Το σχήμα πρότυπο vs μίμηση εμπεριέχει μια υποδήλωση, ότι το ιστορικό παρελθόν καθορίζει το περιεχόμενο και τις αξίες του παρόντος. Παραδείγματα προς αποφυγή προσφέρουν, λ.χ., τα ποιήματα “Η Σατραπεία” (Α16, 1910) και “Περιμένοντας τους βαρβάρους” (Α107, 1904)∙ παραδείγματα προς μίμηση τα ποιήματα “Θερμοπύλες” (Α103, 1903) και “Ιθάκη” (Α23-24, 1910). Η υποδειγματική αφήγηση τροφοδοτείται από το παραδοσιακό ιστορικό βίωμα που διακρίνει την παραδοσιακή ελληνική κουλτούρα, ως έκφραση της συλλογικής βούλησης για συνέχεια του ελληνισμού. Έτσι γίνεται κατανοητή η πλατιά αξιοποίηση αυτής της τεχνικής τόσο από τους πεζογράφους όσο και από τους ποιητές μας. Ένα καλό παράδειγμα μας δίνει το καβαφικό ποίημα «Θερμοπύλες».

Αποδήμησε ο Καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς (1906 - 2014)

Εμμανουήλ ΚριαράςΈφυγε από κοντά μας, την Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 108 ετών, καταξιωμένος και δικαιωμένος, ο Ομότιμος Καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς, Επίτιμο μέλος της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών.

Η Εταιρεία Κρητικών Σπουδών – Ίδρυμα Καψωμένου, ως μικρό αντίδωρο για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα και την πνευματική ζωή του τόπου, αφιερώνει στη μνήμη του τις επόμενες σελίδες, με τη δέσμευση να οργανώσει, το επόμενο καλοκαίρι, στην επέτειο της αποδημίας του, Φιλολογικό Μνημόσυνο, που θα αναδείξει, σε όλες τις διαστάσεις της, τη μεγάλη συμβολή του στην επιστήμη και την παιδεία.

Καλό κατευόδιο, σεβαστέ κι αγαπημένε Δάσκαλε! 

Μνήμη Όλγας Βαρτζιώτη

Για τον Σεφέρη «η ποίηση είναι μια στάση απέναντι στη ζωή»• που θα πει, δεν εξαντλείται σε ένα ανώδυνο αισθητικό παιχνίδι, αλλ’ αντίθετα, εκφράζει μια υπεύθυνη άποψη απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Κι αληθινά, ο Σεφέρης εντάσσεται με το δικό του σεμνό τρόπο, στον τύπο του Ποιητή – Στοχαστή – Παιδαγωγού, που καθιερώνουν, με την ποίηση και την πράξη τους, ποιητές όπως ο Παλαμάς και ο Σικελιανός. Το ποιητικό του έργο εκφράζει τη στοχαστική αντίδραση απέναντι στο δράμα του Νέου ελληνισμού, από τη σκοπιά μιας συνείδησης που κουβαλεί τη σοφία της διαχρονικής ελληνικής παράδοσης. Το δράμα αυτό έχει δύο όψεις∙ η μία αφορά τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με το σύγχρονο κόσμο∙ η άλλη τη σχέση με τη δική του ιστορία και πολιτισμό. Το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο (ένα «εμείς» που αντιπροσωπεύει το Νέο ελληνισμό), επιχειρώντας να συντονίσει το βήμα του με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, παραπαίει ανάμεσα σε δυο αντιφατικούς στόχους: αφενός να ξαναβρεί την ταυτότητά του μέσα από τη δημιουργική αφομοίωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αφετέρου να ενσωματωθεί στο σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, που αντιπροσωπεύει το αντίπαλο πολιτισμικό πρότυπο. Έτσι, ακολουθώντας το δυτικό πρότυπο, αφομοιώνεται ο ίδιος από ένα αλλότριο και φθίνοντα πολιτισμό και περνά στη φάση της παρακμής πριν αναπτύξει τις δημιουργικές του δυνατότητες. Κάτω απ’ αυτούς τους όρους, η αναζήτηση του αυθεντικού του προσώπου στη δική του πολιτισμική παράδοση αποτυγχάνει και ξεπέφτει σε μια σχέση επιφανειακή και τυπολατρική, που αποτελεί μια νέα αλλοτρίωση. Αυτή την αντιφατική κατάσταση, που συνιστά το δράμα του Νέου ελληνισμού, επιχειρεί να αναπαραστήσει ο Σεφέρης με την ποίησή του. Κι απ’ αυτή την άποψη είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική και βαθιά φιλοσοφική.

Εισαγωγικά

Εφέτος συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από το θάνατο του Καβάφη (1933) και εκατόν πενήντα από τη γέννησή του (1863). Στο διάστημα αυτό, το έργο του ποιητή πέρασε από την αρχική απόρριψη στη σταδιακή αναγνώριση και τέλος στην καθολική αποδοχή και τη διεθνή καθιέρωση. Το έργο του Αλεξανδρινού φέρνει μια μεγάλη τομή στη νεοελληνική ποίηση των αρχών του 20ού αιώνα και αυτός είναι ο λόγος που δε βρήκε στην αρχή εύκολη αποδοχή. Τη στιγμή που στη μητροπολιτική Ελλάδα η δημοτική γλώσσα καταχτά πανηγυρικά το πεδίο της ποίησης κι ενώ μεσουρανεί η ποιητική ρητορεία του Παλαμά και ο χειμαρρώδης λυρισμός του Σικελιανού, ο Καβάφης γράφει πεζολογικά ποιήματα σε μια μεικτή γλώσσα, που αγνοεί το δίλημμα δημοτική ή καθαρεύουσα, απορρίπτοντας παράλληλα την πλούσια εικονοπλασία της καθιερωμένης ποιητικής γραφής. Όσο μάλιστα οριστικοποιεί τις επιλογές του και διαμορφώνει το προσωπικό του ποιητικό ιδίωμα, τόσο περισσότερο προσεγγίζει το ύφος και υιοθετεί τις τεχνικές του αφηγηματικού πεζού λόγου. Όταν ολοκληρώσει αυτές τις διεργασίες, ο Καβάφης θα έχει μετατρέψει αυτό που θεωρήθηκε αδυναμία του σε δύναμη και παράγοντα επιτυχίας, κατακτώντας, μέσα στη γραμματολογία μας, μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ποιητές που έφεραν – όχι το μοντερνισμό, όπως από σύγχυση κυκλοφορεί στην αγορά – αλλά την ανανέωση του ποιητικού λόγου (1) .

Η πνευματική πολυμέρεια του Καζαντζάκη και η οικουμενικότητα των προβληματισμών του και των στόχων του τροφοδότησαν, εύλογα ως ένα βαθμό, μια ανισομερή ενασχόληση της έρευνας με τις διεθνείς συναρτήσεις της σκέψης και του έργου του (φιλοσοφικές, γνωσιοθεωρητικές, μυστικιστικές, ιδεολογικές), και με την ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε με ευρωπαϊκά ή ανατολικά ρεύματα ιδεών. Η ερευνητική αυτή παράδοση διαμόρφωσε ένα ορισμένο κλίμα δυσανεξίας απέναντι σε απόπειρες ανίχνευσης των ελληνικών πηγών της έμπνευσής του, οι οποίες παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ανερεύνητες.

Πράγματι, το έργο του Καζαντζάκη συνιστά μια μεγάλη διαλεκτική ιδεών και πολιτισμών, που επικαλύπτει και καθιστά δυσδιάκριτες τις πολλαπλές συναρτήσεις που συνδέουν τα έργα του, αφηγηματικά και ποιητικά, με την τοπική κουλτούρα και τα αξιακά της πρότυπα. Ένα προνομιακό πεδίο για την ανίχνευση τέτοιων συναρτήσεων αποτελεί η Οδύσσεια, το πιο κρητικό και πιο οικουμενικό δημιούργημα του Καζαντζάκη. Αλλά σήμερα δε θ' ασχοληθούμε μ' αυτήν. Θα περιοριστούμε στα μυθιστορήματά του, που μεταγράφουν σε αφηγηματικούς όρους, την ίδια διαλεκτική πολιτισμικών κωδίκων που αναπτύσσεται στην Οδύσσεια.

Εισαγωγικά

'Εχομε υποστηρίξει την άποψη ότι η φαινομενικά αντιφατική σύζευξη πρωτοπορίας και παράδοσης αποτέλεσε συστατικό στοιχείο και αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της ελληνικής πρωτοπορίας του Μεσοπολέμου [1]. Θα προσθέσομε ότι αυτή η σύζευξη είναι ο κοινός παράγων που συνδέει όλες τις εκδοχές του ελληνικού μοντερνισμού, τόσο τους υπερρεαλιστικής αφετηρίας ποιητές μεταξύ τους όσο και με τους άλλους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου, καθώς και με σημαντικό μέρος από τους μεταπολεμικούς νεωτερικούς ποιητές και τους μοντερνιστές ζωγράφους της ίδιας περιόδου. Όπως είναι γνωστό, η γενιά αυτή, που εξέφρασε την ελληνική πρωτοπορία στην ποίηση και τη ζωγραφική, είναι η ίδια που ανακάλυψε το Θεόφιλο και τον Παναγιώτη Ζωγράφο, που ξανάφερε στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος τον Ερωτόκριτο και το Μακρυγιάννη, τον Κάλβο και τον Παπαδιαμάντη, συγγραφείς και κείμενα που, κατά τη δική της εκτίμηση, εκφράζουν αυθεντικά την ελληνική πνευματική παράδοση. Ο διάλογος μ' αυτούς τους δημιουργούς και μ' αυτά τα κείμενα, στοχαστικός και ποιητικός, παράγει μια αμφίδρομη διαλεκτική: η σπουδή της παράδοσης πλουτίζει και βαθαίνει την πολιτισμική αυτοσυνειδησία των ποιητών τροφοδοτώντας τη δημιουργικότητά τους· και οι ποιητές, με τη σειρά τους, πλουτίζουν και βαθαίνουν την παράδοση, μεταγράφοντάς την σε αξίες που ανταποκρίνονται σε αιτήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή η γόνιμη διαλεκτική συνιστά το βασικό πλεονέκτημα της ελληνικής νεωτερικότητας. Και εκτείνεται σε όλα τα πεδία: στην αισθητική και την εικονοπλασία, την ποιητική μυθολογία και τους συμβολικούς κώδικες, τα αξιακά συστήματα, τα κοσμοθεωρητικά πρότυπα. Μ' ένα λόγο, συγκροτεί το πολιτισμικό στίγμα συγγραφέων και καλλιτεχνών και δεν περιορίζεται, όπως το θέλει μια άκριτα αναπαραγόμενη κοινοτοπία, στο επίπεδο της ποιητικής γραφής [2]. Έτσι, το μέτρο της παράδοσης έγινε ο ένας από τους δυο κύριους μετασχηματιστικούς παράγοντες που οδήγησαν στη συγκρότηση της μετα-υπερρεαλιστικής νεωτερικής μας ποίησης, όπου εκπροσωπούνται διάφορες εκδοχές νεωτερικής γραφής. Ο άλλος ήταν ο διάλογος με τα κινήματα της διεθνούς πρωτοπορίας και κατεξοχήν, με τον υπερρεαλισμό.