Δευτέρα, Ιούλιος 06, 2020

Εισαγωγικά

'Εχομε υποστηρίξει την άποψη ότι η φαινομενικά αντιφατική σύζευξη πρωτοπορίας και παράδοσης αποτέλεσε συστατικό στοιχείο και αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της ελληνικής πρωτοπορίας του Μεσοπολέμου [1]. Θα προσθέσομε ότι αυτή η σύζευξη είναι ο κοινός παράγων που συνδέει όλες τις εκδοχές του ελληνικού μοντερνισμού, τόσο τους υπερρεαλιστικής αφετηρίας ποιητές μεταξύ τους όσο και με τους άλλους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου, καθώς και με σημαντικό μέρος από τους μεταπολεμικούς νεωτερικούς ποιητές και τους μοντερνιστές ζωγράφους της ίδιας περιόδου. Όπως είναι γνωστό, η γενιά αυτή, που εξέφρασε την ελληνική πρωτοπορία στην ποίηση και τη ζωγραφική, είναι η ίδια που ανακάλυψε το Θεόφιλο και τον Παναγιώτη Ζωγράφο, που ξανάφερε στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος τον Ερωτόκριτο και το Μακρυγιάννη, τον Κάλβο και τον Παπαδιαμάντη, συγγραφείς και κείμενα που, κατά τη δική της εκτίμηση, εκφράζουν αυθεντικά την ελληνική πνευματική παράδοση. Ο διάλογος μ' αυτούς τους δημιουργούς και μ' αυτά τα κείμενα, στοχαστικός και ποιητικός, παράγει μια αμφίδρομη διαλεκτική: η σπουδή της παράδοσης πλουτίζει και βαθαίνει την πολιτισμική αυτοσυνειδησία των ποιητών τροφοδοτώντας τη δημιουργικότητά τους· και οι ποιητές, με τη σειρά τους, πλουτίζουν και βαθαίνουν την παράδοση, μεταγράφοντάς την σε αξίες που ανταποκρίνονται σε αιτήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή η γόνιμη διαλεκτική συνιστά το βασικό πλεονέκτημα της ελληνικής νεωτερικότητας. Και εκτείνεται σε όλα τα πεδία: στην αισθητική και την εικονοπλασία, την ποιητική μυθολογία και τους συμβολικούς κώδικες, τα αξιακά συστήματα, τα κοσμοθεωρητικά πρότυπα. Μ' ένα λόγο, συγκροτεί το πολιτισμικό στίγμα συγγραφέων και καλλιτεχνών και δεν περιορίζεται, όπως το θέλει μια άκριτα αναπαραγόμενη κοινοτοπία, στο επίπεδο της ποιητικής γραφής [2]. Έτσι, το μέτρο της παράδοσης έγινε ο ένας από τους δυο κύριους μετασχηματιστικούς παράγοντες που οδήγησαν στη συγκρότηση της μετα-υπερρεαλιστικής νεωτερικής μας ποίησης, όπου εκπροσωπούνται διάφορες εκδοχές νεωτερικής γραφής. Ο άλλος ήταν ο διάλογος με τα κινήματα της διεθνούς πρωτοπορίας και κατεξοχήν, με τον υπερρεαλισμό.

Μνήμη Isabel Garcia Galvez*

"Quand nous rêvons d'accomplissement humain,
de la fierté et du bonheur d'être homme, notre regard
se tourne vers la Méditerranée"
(Georges Duby, Collège de France)

Υπάρχει μια τεράστια και δυσεξήγητη εκκρεμότητα στις φιλολογικές επιστήμες των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Παρ' ότι δε λείπει διόλου το ενδιαφέρον για τις μεταξύ τους διμερείς ιστορικές και πνευματικές σχέσεις, απουσιάζει γενικά από τον ορίζοντα των φιλολογικών σπουδών η προβληματική της πολιτισμικής συγγένειας, με αναγωγή σε ένα κοινό (απώτερο ή εγγύτερο) πολιτισμικό πρότυπο, αυτό της Μεσογειακής λεκάνης.

«Τα ομηρικά έπη καθρεφτίζουν, κάτω από το φώς της λαϊκής φαντασίας, τη μετάβαση από τη μινωμυκηναϊκή ίσαμε την κλασσική Ελλάδα. Δηλαδή την εποχή που καλείται συνήθως ηρωική»[1], αποφαίνεται ο George Thomson, καθηγητής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Birmingham παλαιότερα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, στα μυκηναϊκά χρόνια αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν τέτοια τραγούδια στις βασιλικές αυλές. Το ηρωικό έπος είναι το πρώτο είδος ποίησης που εμφανίζεται σ΄ όλους τους λαούς. Η δημιουργία του γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της συλλογικής προφορικής ποίησης που διέπουν και το δημοτικό τραγούδι.

Η επική ποίηση εξελίχτηκε από τα τραγούδια που έφτιαχναν οι αοιδοί προς τιμήν των βασιλιάδων της ηρωικής εποχής. Η παράδοση αυτή δε χάθηκε με το γκρέμισμα της μυκηναϊκής βασιλείας αλλά μεταφέρθηκε στη μικρασιατική ακτή ανάμεσα στον Έρμο και το Μαίανδρο καθώς και στα απέναντι νησιά του ανατολικού Αιγαίου όταν με τις δωρικές επιδρομές τα ελληνικά φύλα μετανάστευαν εκεί σε απανωτά κύματα. Εκεί οι αοιδοί μνημόνευαν τα ανδραγαθήματα των προγόνων τους κι η επική παράδοση αναζωογονήθηκε στο νέο περιβάλλον.

Τα ομηρικά έπη φαίνεται πως δημιουργούνται στο τέλος της γεωμετρικής εποχής (11αι.-8αι. π.Χ.) όταν πια αρχίζει να χρησιμοποιείται και η φωνητική γραφή.

Τα γεγονότα που ο Όμηρος πραγματεύεται στα δύο αυτά έπη περιλαμβάνονταν στον Τρωικό επικό κύκλο. Αποτελεί πια κοινή παραδοχή πως πραγματικά γεγονότα που ανάγονται στο 12ο αι. π.Χ. αποτελούν τον πυρήνα των επών αυτών. Ο επικός κύκλος αποτελούνταν από επικές ενότητες δημιουργημένες από την προομηρική παράδοση. Οι ενότητες αυτές είχαν μεν χρονολογική σειρά, αλλά αυτό δεν απέκλειε και τα χρονικά χάσματα ανάμεσά τους. Τα έπη αυτά ήταν τα ΚΥΠΡΙΑ, η ΙΛΙΑΣ, η ΑΙΘΙΟΠΙΣ, η ΜΙΚΡΑ ΙΛΙΑΣ, η ΙΛΙΟΥ ΠΕΡΣΙΣ, οι ΝΟΣΤΟΙ, η ΟΔΥΣΣΕΙΑ και η ΤΗΛΕΓΟΝΙΑ.

H ανίχνευση των αξιακών κωδίκων προσφέρει ένα “κλειδί” για την κατανόηση και ερμηνεία ενός έργου, καθώς οι αξιακοί κώδικες εξειδικεύουν σε συστήματα αξιών το σημασιακό σύμπαν, δηλ. το ιδεολογικό και κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο του υπό μελέτη κειμένου[1]. Το περιεχόμενο και τη λειτουργία ενός τέτοιου κώδικα θα διερευνήσομε σε κείμενα της μεταβυζαντινής λογοτεχνίας. Είναι η συνάρτηση του κάλλους με το αγαθό η οποίοα αποτελεί, όπως έχομε δείξει αλλού, ένα χαρακτηριστικά νεοελληνικό κώδικα.[2]

Θα μιλήσομε με παραδείγματα και θα ξεκινήσομε μ’ ένα παράθεμα από τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου:

Ήρχισε κι εμεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
κι επλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη. [...]
και τ’ όνομά τζη το γλυκύ το λέγαν Αρετούσα,
οι ομορφιές τσ’ ήσαν πολλές, τα κάλλη τζ’ ήσαν πλούσα·
χαριτωμένο θηλυκό την ήκαμεν η φύση
κι ίσα τζη δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση·
μ’ όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.

(Α 57-66)[3]

«Τα ομηρικά έπη καθρεφτίζουν, κάτω από το φώς της λαϊκής φαντασίας, τη μετάβαση από τη μινωμυκηναϊκή ίσαμε την κλασσική Ελλάδα. Δηλαδή την εποχή που καλείται συνήθως ηρωική»[1], αποφαίνεται ο George Thomson, καθηγητής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Birmingham παλαιότερα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, στα μυκηναϊκά χρόνια αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν τέτοια τραγούδια στις βασιλικές αυλές. Το ηρωικό έπος είναι το πρώτο είδος ποίησης που εμφανίζεται σ’ όλους τους λαούς. Η δημιουργία του γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της συλλογικής προφορικής ποίησης που διέπουν και το δημοτικό τραγούδι.

Η επική ποίηση εξελίχτηκε από τα τραγούδια που έφτιαχναν οι αοιδοί προς τιμήν των βασιλιάδων της ηρωικής εποχής. Η παράδοση αυτή δε χάθηκε με το γκρέμισμα της μυκηναϊκής βασιλείας αλλά μεταφέρθηκε στη μικρασιατική ακτή ανάμεσα στον Έρμο και το Μαίανδρο καθώς και στα απέναντι νησιά του ανατολικού Αιγαίου όταν με τις δωρικές επιδρομές τα ελληνικά φύλα μετανάστευαν εκεί σε απανωτά κύματα. Εκεί οι αοιδοί μνημόνευαν τα ανδραγαθήματα των προγόνων τους κι η επική παράδοση αναζωογονήθηκε στο νέο περιβάλλον.

Τα ομηρικά έπη φαίνεται πως δημιουργούνται στο τέλος της γεωμετρικής εποχής (11αι.-8αι. π.Χ.) όταν πια αρχίζει να χρησιμοποιείται και η φωνητική γραφή.

Τα γεγονότα που ο Όμηρος πραγματεύεται στα δύο αυτά έπη περιλαμβάνονταν στον Τρωικό επικό κύκλο. Αποτελεί πια κοινή παραδοχή πως πραγματικά γεγονότα που ανάγονται στο 12ο αι. π.Χ. αποτελούν τον πυρήνα των επών αυτών. Ο επικός κύκλος αποτελούνταν από επικές ενότητες δημιουργημένες από την προομηρική παράδοση. Οι ενότητες αυτές είχαν μεν χρονολογική σειρά, αλλά αυτό δεν απέκλειε και τα χρονικά χάσματα ανάμεσά τους. Τα έπη αυτά ήταν τα ΚΥΠΡΙΑ, η ΙΛΙΑΣ, η ΑΙΘΙΟΠΙΣ, η ΜΙΚΡΑ ΙΛΙΑΣ, η ΙΛΙΟΥ ΠΕΡΣΙΣ, οι ΝΟΣΤΟΙ, η ΟΔΥΣΣΕΙΑ και η ΤΗΛΕΓΟΝΙΑ.

Ένας από τους πιο σημαντικούς νόμους της λαϊκής ποίησης και αφήγησης[1] είναι ο «νόμος του αριθμού τρία», σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει στο λαϊκό λόγο ένα σχήμα τριμερούς κλιμάκωσης ώστε τα μέλη μιας περιόδου λόγου έχουν την τάση να “αυξάνονται” ως προς το μέγεθός τους, έτσι ώστε το δεύτερο να είναι μεγαλύτερο από το πρώτο και το τρίτο μεγαλύτερο από το δεύτερο. Είναι ένας νόμος που παρατηρείται κατεξοχήν στα δημοτικά τραγούδια[2], ενώ τον βρίσκουμε συχνά και στα ομηρικά έπη.[3]

Σύμφωνα με τον Δανό Axel Olrik, που πρώτος διατύπωσε τον επικό αυτό νόμο, «τρεις είναι ο μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων και αντικειμένων που απαντούν στην παραδοσιακή αφήγηση (παραμύθια, μύθοι, τραγούδια, παραδόσεις)», ενώ «τίποτε δεν διαφοροποιεί τον μεγάλο όγκο της λαϊκής αφήγησης από τη νεότερη λογοτεχνία […] όσο ο αριθμός τρία» (σελ. 133).

Ο νόμος του αριθμού τρία συνδυάζεται συνήθως με έναν άλλο επικό ποιητικό νόμο, τον οποίο, επίσης, διατύπωσε ο Axel Olrik, τον «νόμο της επανάληψης» και ισχύει για όλα τα είδη του λαϊκού λόγου:

-το ένα (σπαθί) ΄ναι για τους φτωχούς, τ’ άλλο για τους αρκόντους,
το τρίτον το φαρμακερό για μας τους αντρειωμένους
- (Σύμη)