Πέμπτη, Νοέμβριος 26, 2020

Γιώργος Θεοτοκάς. Σπουδή στο νεοελληνικό πολιτισμό

Μνήμη Ορέστη Βουρεξάκη

Στη σημερινή κρίσιμη ιστορική συγκυρία, ο λόγος του Γιώργου Θεοτοκά αποχτά απροσδόκητη επικαιρότητα. Κι αυτό έχει να κάνει με την αντιστοιχία των εποχών, της δικής του με τη δική μας. Βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με μια παγκόσμια κρίση, ανάλογη μ’ αυτήν που ακολούθησε τον Πρώτο και οδήγησε στο Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και οι δυνάμεις που βρίσκονται στο διεθνές προσκήνιο είναι απελπιστικά ανεπαρκείς για να τη διαχειριστούν. Είναι φανερό· η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική και πολιτική, είναι πρωτίστως πολιτισμική. Ο Γιώργος Θεοτοκάς διέβλεψε πολύ νωρίς την πολιτισμική διάσταση της κρίσης που την κορύφωσή της ζούμε σήμερα· και τη συνόψισε σ’ ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμά της, το «μηδενισμό». Ο «μηδενισμός» δηλώνει την απώλεια της πίστης σε αξίες που δίνουν νόημα και περιεχόμενο στην ανθρώπινη ύπαρξη· απώλεια που σημαίνει ότι το κυρίαρχο σύστημα διαψεύδει τις αξίες, και μαζί τους την πίστη των ανθρώπων σ’ ένα όραμα ζωής. Καταλυτική είναι η κριτική του Θεοτοκά για τη μηδενιστική ιδεολογία στην τέχνη σ’ ένα δοκίμιο της ωριμότητάς του με το σημαδιακό τίτλο «Η ύβρις» (1965). Μισόν αιώνα αργότερα οι εκτιμήσεις του επιβεβαιώνονται πλήρως. Το κυρίαρχο σύστημα απομακρύνεται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς από το ανθρωποκεντρικό πρότυπο των κλασικών πολιτισμών και τείνει να συγκροτήσει τον αντίπαλο πόλο, όπου, αντί το σύστημα να υπηρετεί τον άνθρωπο, ο άνθρωπος υποχρεώνεται να υπηρετεί το σύστημα. Αυτή ακριβώς η αντιστροφή αποτελεί το τεκμήριο ότι η κρίση είναι  πρωτίστως κρίση πολιτισμού.

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει, άκαφτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
     (Το Άξιον Εστί, Ψαλμός Ε΄, Αθήνα, Ίκαρος, 1960, 181999: 40)

  Το παράθεμα αυτό από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη είναι μια καλή εισαγωγή στο θέμα του Συμποσίου μας, καθώς συμπυκνώνει ορισμένα συστατικά στοιχεία της γεωφυσικής, ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοσυστασίας του τόπου μας και του λαού μας. Η ορεινή φύση είναι ο ένας από τους  δύο βασικούς παράγοντες που συνθέτουν τη γεωφυσική ιδιομορφία του ελληνικού χώρου. Ο άλλος είναι η θαλασσινή και νησιώτικη φύση του ελληνικού αρχιπελάγους.

Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

[1] Ένα από τα διακριτικά της ποιητικής τέχνης του Καβάφη είναι ότι εφαρμόζει στην ποίηση τεχνικές του αφηγηματικού πεζού λόγου. Μια απ’ αυτές τις τεχνικές είναι η «υποδειγματική αφήγηση», η οποία συνιστά βασικό εργαλείο της συμβολικής γλώσσας του Καβάφη [2]. Η τεχνική αυτή συμπυκνώνει σε μια ενιαία διατύπωση πολλές ομόλογες περιπτώσεις τυπικής ανθρώπινης συμπεριφοράς, με τρόπο που αυτή η συμπεριφορά, μέσα από τις επάλληλες διαστρωματώσεις, να επιβάλλεται ως τυπικό παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή. Το σχήμα πρότυπο vs μίμηση εμπεριέχει μια υποδήλωση, ότι το ιστορικό παρελθόν καθορίζει το περιεχόμενο και τις αξίες του παρόντος. Παραδείγματα προς αποφυγή προσφέρουν, λ.χ., τα ποιήματα “Η Σατραπεία” (Α16, 1910) και “Περιμένοντας τους βαρβάρους” (Α107, 1904)∙ παραδείγματα προς μίμηση τα ποιήματα “Θερμοπύλες” (Α103, 1903) και “Ιθάκη” (Α23-24, 1910). Η υποδειγματική αφήγηση τροφοδοτείται από το παραδοσιακό ιστορικό βίωμα που διακρίνει την παραδοσιακή ελληνική κουλτούρα, ως έκφραση της συλλογικής βούλησης για συνέχεια του ελληνισμού. Έτσι γίνεται κατανοητή η πλατιά αξιοποίηση αυτής της τεχνικής τόσο από τους πεζογράφους όσο και από τους ποιητές μας. Ένα καλό παράδειγμα μας δίνει το καβαφικό ποίημα «Θερμοπύλες».

Αποδήμησε ο Καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς (1906 - 2014)

Εμμανουήλ ΚριαράςΈφυγε από κοντά μας, την Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 108 ετών, καταξιωμένος και δικαιωμένος, ο Ομότιμος Καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς, Επίτιμο μέλος της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών.

Η Εταιρεία Κρητικών Σπουδών – Ίδρυμα Καψωμένου, ως μικρό αντίδωρο για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα και την πνευματική ζωή του τόπου, αφιερώνει στη μνήμη του τις επόμενες σελίδες, με τη δέσμευση να οργανώσει, το επόμενο καλοκαίρι, στην επέτειο της αποδημίας του, Φιλολογικό Μνημόσυνο, που θα αναδείξει, σε όλες τις διαστάσεις της, τη μεγάλη συμβολή του στην επιστήμη και την παιδεία.

Καλό κατευόδιο, σεβαστέ κι αγαπημένε Δάσκαλε! 

Μνήμη Όλγας Βαρτζιώτη

Για τον Σεφέρη «η ποίηση είναι μια στάση απέναντι στη ζωή»• που θα πει, δεν εξαντλείται σε ένα ανώδυνο αισθητικό παιχνίδι, αλλ’ αντίθετα, εκφράζει μια υπεύθυνη άποψη απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Κι αληθινά, ο Σεφέρης εντάσσεται με το δικό του σεμνό τρόπο, στον τύπο του Ποιητή – Στοχαστή – Παιδαγωγού, που καθιερώνουν, με την ποίηση και την πράξη τους, ποιητές όπως ο Παλαμάς και ο Σικελιανός. Το ποιητικό του έργο εκφράζει τη στοχαστική αντίδραση απέναντι στο δράμα του Νέου ελληνισμού, από τη σκοπιά μιας συνείδησης που κουβαλεί τη σοφία της διαχρονικής ελληνικής παράδοσης. Το δράμα αυτό έχει δύο όψεις∙ η μία αφορά τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με το σύγχρονο κόσμο∙ η άλλη τη σχέση με τη δική του ιστορία και πολιτισμό. Το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο (ένα «εμείς» που αντιπροσωπεύει το Νέο ελληνισμό), επιχειρώντας να συντονίσει το βήμα του με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, παραπαίει ανάμεσα σε δυο αντιφατικούς στόχους: αφενός να ξαναβρεί την ταυτότητά του μέσα από τη δημιουργική αφομοίωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αφετέρου να ενσωματωθεί στο σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, που αντιπροσωπεύει το αντίπαλο πολιτισμικό πρότυπο. Έτσι, ακολουθώντας το δυτικό πρότυπο, αφομοιώνεται ο ίδιος από ένα αλλότριο και φθίνοντα πολιτισμό και περνά στη φάση της παρακμής πριν αναπτύξει τις δημιουργικές του δυνατότητες. Κάτω απ’ αυτούς τους όρους, η αναζήτηση του αυθεντικού του προσώπου στη δική του πολιτισμική παράδοση αποτυγχάνει και ξεπέφτει σε μια σχέση επιφανειακή και τυπολατρική, που αποτελεί μια νέα αλλοτρίωση. Αυτή την αντιφατική κατάσταση, που συνιστά το δράμα του Νέου ελληνισμού, επιχειρεί να αναπαραστήσει ο Σεφέρης με την ποίησή του. Κι απ’ αυτή την άποψη είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική και βαθιά φιλοσοφική.

Εισαγωγικά

Εφέτος συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από το θάνατο του Καβάφη (1933) και εκατόν πενήντα από τη γέννησή του (1863). Στο διάστημα αυτό, το έργο του ποιητή πέρασε από την αρχική απόρριψη στη σταδιακή αναγνώριση και τέλος στην καθολική αποδοχή και τη διεθνή καθιέρωση. Το έργο του Αλεξανδρινού φέρνει μια μεγάλη τομή στη νεοελληνική ποίηση των αρχών του 20ού αιώνα και αυτός είναι ο λόγος που δε βρήκε στην αρχή εύκολη αποδοχή. Τη στιγμή που στη μητροπολιτική Ελλάδα η δημοτική γλώσσα καταχτά πανηγυρικά το πεδίο της ποίησης κι ενώ μεσουρανεί η ποιητική ρητορεία του Παλαμά και ο χειμαρρώδης λυρισμός του Σικελιανού, ο Καβάφης γράφει πεζολογικά ποιήματα σε μια μεικτή γλώσσα, που αγνοεί το δίλημμα δημοτική ή καθαρεύουσα, απορρίπτοντας παράλληλα την πλούσια εικονοπλασία της καθιερωμένης ποιητικής γραφής. Όσο μάλιστα οριστικοποιεί τις επιλογές του και διαμορφώνει το προσωπικό του ποιητικό ιδίωμα, τόσο περισσότερο προσεγγίζει το ύφος και υιοθετεί τις τεχνικές του αφηγηματικού πεζού λόγου. Όταν ολοκληρώσει αυτές τις διεργασίες, ο Καβάφης θα έχει μετατρέψει αυτό που θεωρήθηκε αδυναμία του σε δύναμη και παράγοντα επιτυχίας, κατακτώντας, μέσα στη γραμματολογία μας, μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ποιητές που έφεραν – όχι το μοντερνισμό, όπως από σύγχυση κυκλοφορεί στην αγορά – αλλά την ανανέωση του ποιητικού λόγου (1) .