Παρασκευή, Μαϊος 14, 2021

Εισαγωγικά

Εφέτος συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από το θάνατο του Καβάφη (1933) και εκατόν πενήντα από τη γέννησή του (1863). Στο διάστημα αυτό, το έργο του ποιητή πέρασε από την αρχική απόρριψη στη σταδιακή αναγνώριση και τέλος στην καθολική αποδοχή και τη διεθνή καθιέρωση. Το έργο του Αλεξανδρινού φέρνει μια μεγάλη τομή στη νεοελληνική ποίηση των αρχών του 20ού αιώνα και αυτός είναι ο λόγος που δε βρήκε στην αρχή εύκολη αποδοχή. Τη στιγμή που στη μητροπολιτική Ελλάδα η δημοτική γλώσσα καταχτά πανηγυρικά το πεδίο της ποίησης κι ενώ μεσουρανεί η ποιητική ρητορεία του Παλαμά και ο χειμαρρώδης λυρισμός του Σικελιανού, ο Καβάφης γράφει πεζολογικά ποιήματα σε μια μεικτή γλώσσα, που αγνοεί το δίλημμα δημοτική ή καθαρεύουσα, απορρίπτοντας παράλληλα την πλούσια εικονοπλασία της καθιερωμένης ποιητικής γραφής. Όσο μάλιστα οριστικοποιεί τις επιλογές του και διαμορφώνει το προσωπικό του ποιητικό ιδίωμα, τόσο περισσότερο προσεγγίζει το ύφος και υιοθετεί τις τεχνικές του αφηγηματικού πεζού λόγου. Όταν ολοκληρώσει αυτές τις διεργασίες, ο Καβάφης θα έχει μετατρέψει αυτό που θεωρήθηκε αδυναμία του σε δύναμη και παράγοντα επιτυχίας, κατακτώντας, μέσα στη γραμματολογία μας, μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ποιητές που έφεραν – όχι το μοντερνισμό, όπως από σύγχυση κυκλοφορεί στην αγορά – αλλά την ανανέωση του ποιητικού λόγου (1) .

Η πνευματική πολυμέρεια του Καζαντζάκη και η οικουμενικότητα των προβληματισμών του και των στόχων του τροφοδότησαν, εύλογα ως ένα βαθμό, μια ανισομερή ενασχόληση της έρευνας με τις διεθνείς συναρτήσεις της σκέψης και του έργου του (φιλοσοφικές, γνωσιοθεωρητικές, μυστικιστικές, ιδεολογικές), και με την ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε με ευρωπαϊκά ή ανατολικά ρεύματα ιδεών. Η ερευνητική αυτή παράδοση διαμόρφωσε ένα ορισμένο κλίμα δυσανεξίας απέναντι σε απόπειρες ανίχνευσης των ελληνικών πηγών της έμπνευσής του, οι οποίες παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ανερεύνητες.

Πράγματι, το έργο του Καζαντζάκη συνιστά μια μεγάλη διαλεκτική ιδεών και πολιτισμών, που επικαλύπτει και καθιστά δυσδιάκριτες τις πολλαπλές συναρτήσεις που συνδέουν τα έργα του, αφηγηματικά και ποιητικά, με την τοπική κουλτούρα και τα αξιακά της πρότυπα. Ένα προνομιακό πεδίο για την ανίχνευση τέτοιων συναρτήσεων αποτελεί η Οδύσσεια, το πιο κρητικό και πιο οικουμενικό δημιούργημα του Καζαντζάκη. Αλλά σήμερα δε θ' ασχοληθούμε μ' αυτήν. Θα περιοριστούμε στα μυθιστορήματά του, που μεταγράφουν σε αφηγηματικούς όρους, την ίδια διαλεκτική πολιτισμικών κωδίκων που αναπτύσσεται στην Οδύσσεια.

Εισαγωγικά

'Εχομε υποστηρίξει την άποψη ότι η φαινομενικά αντιφατική σύζευξη πρωτοπορίας και παράδοσης αποτέλεσε συστατικό στοιχείο και αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της ελληνικής πρωτοπορίας του Μεσοπολέμου [1]. Θα προσθέσομε ότι αυτή η σύζευξη είναι ο κοινός παράγων που συνδέει όλες τις εκδοχές του ελληνικού μοντερνισμού, τόσο τους υπερρεαλιστικής αφετηρίας ποιητές μεταξύ τους όσο και με τους άλλους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου, καθώς και με σημαντικό μέρος από τους μεταπολεμικούς νεωτερικούς ποιητές και τους μοντερνιστές ζωγράφους της ίδιας περιόδου. Όπως είναι γνωστό, η γενιά αυτή, που εξέφρασε την ελληνική πρωτοπορία στην ποίηση και τη ζωγραφική, είναι η ίδια που ανακάλυψε το Θεόφιλο και τον Παναγιώτη Ζωγράφο, που ξανάφερε στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος τον Ερωτόκριτο και το Μακρυγιάννη, τον Κάλβο και τον Παπαδιαμάντη, συγγραφείς και κείμενα που, κατά τη δική της εκτίμηση, εκφράζουν αυθεντικά την ελληνική πνευματική παράδοση. Ο διάλογος μ' αυτούς τους δημιουργούς και μ' αυτά τα κείμενα, στοχαστικός και ποιητικός, παράγει μια αμφίδρομη διαλεκτική: η σπουδή της παράδοσης πλουτίζει και βαθαίνει την πολιτισμική αυτοσυνειδησία των ποιητών τροφοδοτώντας τη δημιουργικότητά τους· και οι ποιητές, με τη σειρά τους, πλουτίζουν και βαθαίνουν την παράδοση, μεταγράφοντάς την σε αξίες που ανταποκρίνονται σε αιτήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή η γόνιμη διαλεκτική συνιστά το βασικό πλεονέκτημα της ελληνικής νεωτερικότητας. Και εκτείνεται σε όλα τα πεδία: στην αισθητική και την εικονοπλασία, την ποιητική μυθολογία και τους συμβολικούς κώδικες, τα αξιακά συστήματα, τα κοσμοθεωρητικά πρότυπα. Μ' ένα λόγο, συγκροτεί το πολιτισμικό στίγμα συγγραφέων και καλλιτεχνών και δεν περιορίζεται, όπως το θέλει μια άκριτα αναπαραγόμενη κοινοτοπία, στο επίπεδο της ποιητικής γραφής [2]. Έτσι, το μέτρο της παράδοσης έγινε ο ένας από τους δυο κύριους μετασχηματιστικούς παράγοντες που οδήγησαν στη συγκρότηση της μετα-υπερρεαλιστικής νεωτερικής μας ποίησης, όπου εκπροσωπούνται διάφορες εκδοχές νεωτερικής γραφής. Ο άλλος ήταν ο διάλογος με τα κινήματα της διεθνούς πρωτοπορίας και κατεξοχήν, με τον υπερρεαλισμό.

Μνήμη Isabel Garcia Galvez*

"Quand nous rêvons d'accomplissement humain,
de la fierté et du bonheur d'être homme, notre regard
se tourne vers la Méditerranée"
(Georges Duby, Collège de France)

Υπάρχει μια τεράστια και δυσεξήγητη εκκρεμότητα στις φιλολογικές επιστήμες των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Παρ' ότι δε λείπει διόλου το ενδιαφέρον για τις μεταξύ τους διμερείς ιστορικές και πνευματικές σχέσεις, απουσιάζει γενικά από τον ορίζοντα των φιλολογικών σπουδών η προβληματική της πολιτισμικής συγγένειας, με αναγωγή σε ένα κοινό (απώτερο ή εγγύτερο) πολιτισμικό πρότυπο, αυτό της Μεσογειακής λεκάνης.

«Τα ομηρικά έπη καθρεφτίζουν, κάτω από το φώς της λαϊκής φαντασίας, τη μετάβαση από τη μινωμυκηναϊκή ίσαμε την κλασσική Ελλάδα. Δηλαδή την εποχή που καλείται συνήθως ηρωική»[1], αποφαίνεται ο George Thomson, καθηγητής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Birmingham παλαιότερα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, στα μυκηναϊκά χρόνια αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν τέτοια τραγούδια στις βασιλικές αυλές. Το ηρωικό έπος είναι το πρώτο είδος ποίησης που εμφανίζεται σ΄ όλους τους λαούς. Η δημιουργία του γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της συλλογικής προφορικής ποίησης που διέπουν και το δημοτικό τραγούδι.

Η επική ποίηση εξελίχτηκε από τα τραγούδια που έφτιαχναν οι αοιδοί προς τιμήν των βασιλιάδων της ηρωικής εποχής. Η παράδοση αυτή δε χάθηκε με το γκρέμισμα της μυκηναϊκής βασιλείας αλλά μεταφέρθηκε στη μικρασιατική ακτή ανάμεσα στον Έρμο και το Μαίανδρο καθώς και στα απέναντι νησιά του ανατολικού Αιγαίου όταν με τις δωρικές επιδρομές τα ελληνικά φύλα μετανάστευαν εκεί σε απανωτά κύματα. Εκεί οι αοιδοί μνημόνευαν τα ανδραγαθήματα των προγόνων τους κι η επική παράδοση αναζωογονήθηκε στο νέο περιβάλλον.

Τα ομηρικά έπη φαίνεται πως δημιουργούνται στο τέλος της γεωμετρικής εποχής (11αι.-8αι. π.Χ.) όταν πια αρχίζει να χρησιμοποιείται και η φωνητική γραφή.

Τα γεγονότα που ο Όμηρος πραγματεύεται στα δύο αυτά έπη περιλαμβάνονταν στον Τρωικό επικό κύκλο. Αποτελεί πια κοινή παραδοχή πως πραγματικά γεγονότα που ανάγονται στο 12ο αι. π.Χ. αποτελούν τον πυρήνα των επών αυτών. Ο επικός κύκλος αποτελούνταν από επικές ενότητες δημιουργημένες από την προομηρική παράδοση. Οι ενότητες αυτές είχαν μεν χρονολογική σειρά, αλλά αυτό δεν απέκλειε και τα χρονικά χάσματα ανάμεσά τους. Τα έπη αυτά ήταν τα ΚΥΠΡΙΑ, η ΙΛΙΑΣ, η ΑΙΘΙΟΠΙΣ, η ΜΙΚΡΑ ΙΛΙΑΣ, η ΙΛΙΟΥ ΠΕΡΣΙΣ, οι ΝΟΣΤΟΙ, η ΟΔΥΣΣΕΙΑ και η ΤΗΛΕΓΟΝΙΑ.

H ανίχνευση των αξιακών κωδίκων προσφέρει ένα “κλειδί” για την κατανόηση και ερμηνεία ενός έργου, καθώς οι αξιακοί κώδικες εξειδικεύουν σε συστήματα αξιών το σημασιακό σύμπαν, δηλ. το ιδεολογικό και κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο του υπό μελέτη κειμένου[1]. Το περιεχόμενο και τη λειτουργία ενός τέτοιου κώδικα θα διερευνήσομε σε κείμενα της μεταβυζαντινής λογοτεχνίας. Είναι η συνάρτηση του κάλλους με το αγαθό η οποίοα αποτελεί, όπως έχομε δείξει αλλού, ένα χαρακτηριστικά νεοελληνικό κώδικα.[2]

Θα μιλήσομε με παραδείγματα και θα ξεκινήσομε μ’ ένα παράθεμα από τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου:

Ήρχισε κι εμεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
κι επλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη. [...]
και τ’ όνομά τζη το γλυκύ το λέγαν Αρετούσα,
οι ομορφιές τσ’ ήσαν πολλές, τα κάλλη τζ’ ήσαν πλούσα·
χαριτωμένο θηλυκό την ήκαμεν η φύση
κι ίσα τζη δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση·
μ’ όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.

(Α 57-66)[3]