Πέμπτη, Αύγουστος 18, 2022

Συνθέτης στο χώρο της έντεχνης μουσικής, ο Δημήτρης Καψωμένος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Αλικιανό Χανίων. Άρχισε τις μουσικές σπουδές του στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων, κοντά στη Λελέ Φανδρίδου και το Μιχάλη Βλαζάκη. Συνέχισε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με δασκάλους τον Γκαστόν Δεπόλα και τη Ναυσικά Βουτυρά στο τραγούδι, την Κρινώ Καλομοίρη στο πιάνο, τον Χαρ. Εκμετσόγλου στην κιθάρα, τους Μιχάλη Βούρτση, Σώτο Βασιλειάδη και Λεωνίδα Ζώρα στα θεωρητικά. Στη διάρκεια των σπουδών του είχε πολλές διακρίσεις (επαίνους, βραβεία και χρηματικά έπαθλα) και έλαβε έξι πτυχία στους αντίστοιχους τομείς (τραγούδι , όργανα και ανώτερα θεωρητικά). Στην Ιταλία πραγματοποίησε ανώτατο κύκλο σπουδών στα κρατικά Ωδεία της Φλωρεντίας και της Μπολόνιας, καθώς και στη Μουσική Ακαδημία της Σιένα, όπου παρακολούθησε Μπάντα. Διεύθυνση Ορχήστρας και Σύνθεση, κατακτώντας αντίστοιχα διπλώματα. Δάσκαλοί του υπήρξαν οι Carlo Prosperi, Franco Donatoni, Semerado, Rosada κ.ά.

Ο Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης (26 Νοεμβρίου 1938) και έκανε τις γυμνασιακές σπουδές του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την κωμόπολη Αλικιανού Χανίων. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Φιλολογική κατεύθυνση), απ' όπου έλαβε το πτυχίο του το 1963 με το βαθμό “Άριστα”. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος ανθυπίλαρχος Ιππικού-Τεθωρακισμένων (1963-1965). Στη συνέχεια, διορίστηκε ως καθηγητής φιλόλογος Μ.Ε. στο Γυμνάσιο Βάμου Χανίων (Αύγουστος 1965), όπου υπηρέτησε ως το Μάρτιο του 1966, οπότε παραιτήθηκε για να αναλάβει υπηρεσία στη νεοσύστατη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων, ως Βοηθός της Α΄ Έδρας Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Σταμάτη Καρατζά. Το 1969 εξελέγη, ύστερα από προκήρυξη της θέσης, Επιμελητής Σπουδαστηρίου Νέας Ελληνικής Φιλολογίας. Το 1973 υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή (“Η συντακτική δομή της ποιητικής γλώσσας του Σεφέρη. Υφολογική μελέτη”) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα με το βαθμό “Άριστα” (εισηγητής ο καθηγητής Μιχάλης Σετάτος – α΄ φάση: “τυπωθήτω”, 1973 - β΄ φάση: δημόσια δοκιμασία, Μάρτιος 1975).

I. Μικρό Ανθολόγιο από το πεζογραφικό της έργο
II. Αντιπροσωπευτικό δείγμα μελετών και αναλύσεων του έργου της
III. Εργογραφία – Βιβλιογραφία.

* *

Ι. Διηγήματα και Νουβέλες. Ανθολόγιο

Από τη νουβέλα Ο Πικραμένος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ», 1984:

…Το φεγγάρι είχε σηκωθεί ένα αντρόστεμα πάνω από τον κάβο Σπάθα κι όμως ο ήλιος δεν είχε δύσει· εβασίλευε ακόμη μέσα σ' ένα πέλαγος χρυσά σύννεφα πάνω από τη Γραμπούσα.

Οι κοπελιές στην κάτω γειτονιά ήταν ανεβασμένες στο πανιόλο της Μαριόλενας μαζί με τη θυγατέρα της την Ελένη κι εσιγοκουβέντιαζαν κι εγελούσαν κι επεριχαίρονταν την όμορφη ώρα. Οι οντάδες τους ήταν στην κάτω άκρη του χωριού, που ανηφορίζει από κει κι απάνω στην πλαγιά του λόφου κι απλώνεται· τίποτε δεν τους έκοβε τον αέρα κι είχαν ευγοράδα μεγάλη. Η αυλή τους φαρδιά, με μια σειρά αμυγδαλιές σ' όλο της το μάκρος, ήταν δίπλα στο δρόμο που προσπερνούσε το σοκάκι έκανε μεγάλη κούρμπα κι έφτανε στην πίσω γειτονιά. Μετά την αυλή εκατηφόριζαν οι πεζούλες με τις συκιές και τις απιδιές ως κάτω στο ρυάκι. Εκεί εκελαϊδούσε κι απόψε, όπως κάθε βράδυ, ο κοτσυφός, κι οι λεμονιές στην πεζούλα του Θοδωράκη ήταν ολανθισμένες -Απρίλης μήνας- κι εσκορπούσαν μια μυρωδιά που ανάσταινε τις καρδιές. Τα κορίτσια έπαιρναν βαθιές αναπνοές να χορτάσουν τη μυρωδιά· εκρατούσαν λίγο τον αέρα στα στήθια τους και τόν άφηναν να βγεί με βαθύ αναστεναγμό γεμάτο πάθος. Η Ελένη η Μαριολοπούλα επερίμενε τον αρραβωνιαστικό της. Της το χε μηνύσει πως θά ρθει απόψε το δίχως άλλο, γι αυτό την παράστεκαν οι κοπελιές κι εμοιράζονταν το καρδιοχτύπι της. Εκείνος ήταν από τ' Απανωμέρη, ο δρόμος μακρινός, μα ώρα την ώρα θά ’φτανε.