Παρασκευή, Μαϊος 14, 2021

Ομιλία στον Αλικιανό Χανίων προς τιμήν του Γεωργίου Καψωμένου, το Καλοκαίρι του 2010, στην εναρκτήρια πανηγυρική συνεδρία της 5ης Αυγούστου. (5-8 Αυγούστου 2010: Συνέδριο Εταιρείας Κρητικών Σπουδών – Ιδρύματος Καψωμένου – Αφιέρωμα στην Κύπρο: Οι Τέχνες και τα Γράμματα στην Κύπρο).

 

Τούτος ο όμορφος πνευματικός χώρος, που αρχίζει απόψε επισήμως τη δεύτερη φάση της πνευματικής ακτινοβολίας του*, κι ευχόμαστε φίλε Ερατοσθένη, να είναι η καλύτερη τιμή στην πρώτη του φάση, κυριαρχείται απ’ τη μορφή του Γεωργίου Καψωμένου, ιδρυτή των «Εκπαιδευτηρίων Κυδωνίας», όπου εκατοντάδες παιδιά της ευρύτερης περιοχής έμαθαν καλά γράμματα.  Πριν από λίγα χρόνια βρεθήκαμε με τον Ερατοσθένη σ’ ένα εστιατόριο στους πρόποδες των Λευκών Όρεων.  Δώσαμε παραγγελία, αλλά το τραπέζι γέμισε με διπλάσια και τριπλάσια εδέσματα και καλό κρασί…για καμιά δεκαριά σύντεκνους.  Πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε, πλησίασε ο ιδιοκτήτης και ρώτησε τον Ερατοσθένη:

- Μήπως είσαι ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο γιος του Γεωργίου Καψωμένου, που είχε το Γυμνάσιο Αλικιανού;
- Αυτός είμαι, του απάντησε.

Κι εκείνος, δίνοντάς του το χέρι και εμφανώς συγκινημένος, αντί άλλης σύστασης, του είπε μια μαντινάδα:

«Γυμνάσιο Αλικιανού χρυσάφι θα σε ντύσω
κι όσο να στέκουν τα βουνά δεν θα σε λησμονήσω»

Το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»[1]* είναι περισσότερο γνωστό στο διεθνές κοινό ως «Ζορμπάς ο Έλληνας», από τον ψευδότιτλο που καθιέρωσαν οι πρώτες αγγλικές εκδόσεις, του 1952 (Λονδίνο) και του 1953 (Νέα Υόρκη). Ο τίτλος αυτός υπομνηματίζει το έργο με μια ορισμένη σημασιοδότηση: ο Ζορμπάς αντιπροσωπεύει το χαρακτηριστικό τύπο νεοέλληνα, που ενσαρκώνει την ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Η φιλολογική κριτική, από την άλλη μεριά, έχει δώσει έμφαση στις ιδεολογικές συναρτήσεις του έργου, συσχετίζοντας την προβληματική και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος με την επίδραση της νιτσεϊκής φιλοσοφίας. Υπάρχει λοιπόν ένα ερμηνευτικό πρόβλημα που πρέπει να συζητήσομε. Η ταύτιση του Ζορμπά με το χαρακτηριστικό τύπο του νεοέλληνα έχει στ' αλήθεια αντικειμενική βάση ή μήπως πρόκειται για ένα πλασματικό χαρακτήρα, που υλοποιεί ορισμένες προκλητικές θέσεις της νιτσεϊκής “ανθρωπολογίας”;